Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

O Έρωτας στα χιόνια

Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα: ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν. Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος. Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου, κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.
Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες: Bρέχει, βρέχει και χιονίζει, κι ο παπάς χειρομυλίζει. Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.
Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν. Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας. ― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια. Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.
Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν: ― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση. Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε: ― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη. Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου, κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον. ― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!
Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε: ― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι;
Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις: «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα. «Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος. Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος.
K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του
Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.
Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης
(Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989)

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις...

ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!
Εὐαγγέλιον κατὰ Λουκᾶν.
(Κεφ. 2,1-20)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου, ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην. Αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου. Καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ἐκ πόλεως Ναζαρέθ, εἰς τὴν Ἰουδαίαν, εἰς πόλιν Δαβίδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ, ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ, ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτόν, καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι. Καὶ ποιμένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ αὐτῇ ἀγραυλοῦντες καὶ φυλάσσοντες φυλακὰς τῆς νυκτὸς ἐπὶ τὴν ποίμνην αὐτῶν. Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καὶ δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς. Καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γάρ, εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ. Ὄτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὃς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαβίδ. Καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον, εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ. Καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου, αἰνούντων τὸν Θεόν, καὶ λεγόντων· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Καὶ ἐγένετο ὡς ἀπῆλθον ἀπ' αὐτῶν εἰς τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιμένες εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεέμ, καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονὸς ὃ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν. Καὶ ἦλθον σπεύσαντες, καὶ ἀνεῦρον, τήν τε Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσήφ, καὶ τὸ βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ. Ἰδόντες δὲ διεγνώρισαν περὶ τοῦ ῥήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τοῦ παιδίου τούτου. Καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περὶ τῶν λαληθέντων ὑπὸ τῶν Ποιμένων πρὸς αὐτούς, ἡ δὲ Μαριὰμ πάντα συνετήρει τὰ ῥήματα ταῦτα, συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. Καὶ ἐπέστρεψαν οἱ ποιμένες, δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον, καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.


إنجيلُ لوقا 2
1وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ صَدَرَ أَمْرٌ مِنْ أُوغُسْطُسَ قَيْصَرَ بِأَنْ يُكْتَتَبَ كُلُّ الْمَسْكُونَةِ. 2وَهذَا الاكْتِتَابُ الأَوَّلُ جَرَى إِذْ كَانَ كِيرِينِيُوسُ وَالِيَ سُورِيَّةَ.
3فَذَهَبَ الْجَمِيعُ لِيُكْتَتَبُوا، كُلُّ وَاحِدٍ إِلَى مَدِينَتِهِ. 4فَصَعِدَ يُوسُفُ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ مِنْ مَدِينَةِ النَّاصِرَةِ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، إِلَى مَدِينَةِ دَاوُدَ الَّتِي تُدْعَى بَيْتَ لَحْمٍ، لِكَوْنِهِ مِنْ بَيْتِ دَاوُدَ وَعَشِيرَتِهِ، 5لِيُكْتَتَبَ مَعَ مَرْيَمَ امْرَأَتِهِ الْمَخْطُوبَةِ وَهِيَ حُبْلَى. 6وَبَيْنَمَا هُمَا هُنَاكَ تَمَّتْ أَيَّامُهَا لِتَلِدَ. 7فَوَلَدَتِ ابْنَهَا الْبِكْرَ وَقَمَّطَتْهُ وَأَضْجَعَتْهُ فِي الْمِذْوَدِ، إِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُمَا مَوْضِعٌ فِي الْمَنْزِلِ.
8وَكَانَ فِي تِلْكَ الْكُورَةِ رُعَاةٌ مُتَبَدِّينَ يَحْرُسُونَ حِرَاسَاتِ اللَّيْلِ عَلَى رَعِيَّتِهِمْ، 9وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ وَقَفَ بِهِمْ، وَمَجْدُ الرَّبِّ أَضَاءَ حَوْلَهُمْ، فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا. 10فَقَالَ لَهُمُ الْمَلاَكُ:«لاَ تَخَافُوا! فَهَا أَنَا أُبَشِّرُكُمْ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ يَكُونُ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ: 11أَنَّهُ وُلِدَ لَكُمُ الْيَوْمَ فِي مَدِينَةِ دَاوُدَ مُخَلِّصٌ هُوَ الْمَسِيحُ الرَّبُّ. 12وَهذِهِ لَكُمُ الْعَلاَمَةُ: تَجِدُونَ طِفْلاً مُقَمَّطًا مُضْجَعًا فِي مِذْوَدٍ». 13وَظَهَرَ بَغْتَةً مَعَ الْمَلاَكِ جُمْهُورٌ مِنَ الْجُنْدِ السَّمَاوِيِّ مُسَبِّحِينَ اللهَ وَقَائِلِينَ: 14«الْمَجْدُ للهِ فِي الأَعَالِي، وَعَلَى الأَرْضِ السَّلاَمُ، وَبِالنَّاسِ الْمَسَرَّةُ».15وَلَمَّا مَضَتْ عَنْهُمُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى السَّمَاءِ، قَالَ الرجال الرُّعَاةُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ:«لِنَذْهَبِ الآنَ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ وَنَنْظُرْ هذَا الأَمْرَ الْوَاقِعَ الَّذِي أَعْلَمَنَا بِهِ الرَّبُّ». 16فَجَاءُوا مُسْرِعِينَ، وَوَجَدُوا مَرْيَمَ وَيُوسُفَ وَالطِّفْلَ مُضْجَعًا فِي الْمِذْوَدِ. 17فَلَمَّا رَأَوْهُ أَخْبَرُوا بِالْكَلاَمِ الَّذِي قِيلَ لَهُمْ عَنْ هذَا الصَّبِيِّ. 18وَكُلُّ الَّذِينَ سَمِعُوا تَعَجَّبُوا مِمَّا قِيلَ لَهُمْ مِنَ الرُّعَاةِ. 19وَأَمَّا مَرْيَمُ فَكَانَتْ تَحْفَظُ جَمِيعَ هذَا الْكَلاَمِ مُتَفَكِّرَةً بِهِ فِي قَلْبِهَا20.
Luka 2.
Bölüm İsa'nın doğumu
O günlerde Sezar Avgustus tüm Roma dünyasında bir nüfus sayımının yapılması için ferman çıkardı. 2Bu ilk sayım, Kirinyus'un Suriye valiliği zamanında yapıldı. 3Herkes yazılmak için kendi kentine gitti.4Böylece Yusuf da, Davut'un soyundan ve torunlarından olduğu için Celile'nin Nasıra kentinden kalkıp Yahudiye bölgesine, Davut'un kenti olan Beytlehem'e gitti. 5Orada, hamile olan nişanlısı Meryem'le birlikte yazılacaktı. 6-7Onlar oradayken, Meryem'in doğum yapma vakti geldi ve ilk oğlunu doğurdu. Onu kundağa sarıp bir yemliğe yatırdı. Çünkü handa kendilerine yer yoktu.
Çobanlar ve melekler
8Aynı yörede, sürülerinin yanında nöbet tutarak geceyi kırlarda geçiren çobanlar vardı. 9Rab'bin bir meleği onlara göründü ve Rab'bin görkemi çevrelerini aydınlattı. Büyük bir korkuya kapıldılar. 10-11Melek ise onlara, «Korkmayın!» dedi. «Size, tüm halk için büyük sevinç kaynağı olacak bir müjde getiriyorum: bugün size, Davut'un kentinde bir Kurtarıcı doğdu. Bu, Rab olan Mesih'tir. 12Ve işte size bir işaret: kundağa sarılmış ve yemlikte yatan bir bebek bulacaksınız.»13-14Birdenbire meleğin yanında, göksel ordulardan oluşan büyük bir topluluk belirdi. Tanrı'yı överek,
«En yücelerde Tanrı'ya yücelik olsun,yeryüzünde O'nun hoşnut kaldığı insanlaraesenlik olsun!» dediler.
15Melekler yanlarından ayrılıp göğe çekildikten sonra çobanlar birbirlerine, «Haydi, Beytlehem'e gidelim, Rab'bin bize bildirdiği bu olayı görelim» dediler. 16Aceleyle gidip Meryem'le Yusuf'u ve yemlikte yatan bebeği buldular. 17Onları görünce, çocukla ilgili olarak kendilerine anlatılanları onlara bildirdiler. 18Bunu duyanların hepsi, çobanların kendilerine söylediklerine şaşıp kaldılar. 19Meryem isebütün bu sözleri derin derin düşünerek yüreğinde sakladı. 20Çobanlar, işitip gördüklerinin tümü için Tanrı'yı yüceltip överek geri döndüler. Her şeyi, kendilerine anlatıldığı gibi bulmuşlardı.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Κωνσταντινούπολη

"Η Κωνσταντινούπολη εκείνη την εποχή ήτανε ένα χαρμάνι από διάφορες πολιτείες, προάστια και χωριά, σκορπισμένα πάνω στα παράλια της Μικράς Ασίας και της Ευρώπης...Την ευρωπαϊκή όχθη του Βοσπόρου την κατοικούσαν περισσότερο Ελληνες και γενικά Ευρωπαίοι: το Μέγα Ρέμα, το Μπουγιούκ-Ντερέ, τα Θεραπειά, όλα εκείνα τα προάστια θυμίζανε Ευρώπη...Κανένας Ευρωπαίος δεν κάθονταν στην παλιά Πόλη: Τουρκιά. Και κανένας Τούρκος δεν κάθονταν στο Σταυροδρόμι: Ρωμιοσύνη".

ΜΑΡΙΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ, "ΛΩΞΑΝΤΡΑ"

καλή επάνοδο!

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Πρωτευαγγέλιο Ἰακώβου

Πρωτευαγγέλιο Ἰακώβου

IV
Καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ φανερώθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τῆς ἔλεγε Ἄννα, Ἄννα, ὁ Κύριος τὴν εἰσάκουσε τὴ θερμή σου παράκληση, καὶ θὰ πιάσεις παιδὶ καὶ θὰ γεννήσεις, καὶ τὸ σπέρμα σου θὰ πάει ἄκουσμα στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Καὶ ἡ Ἄννα τοῦ ἀποκρίθηκε σύγκορμη· δοξάζω τὸν Κύριο καὶ Θεό μου τὸν ὁλοζώντανο καί, θὲς γεννήσω σερνικό, θὲς κοπελούδα, θὰν τὸ προσφέρω δῶρο μου ὁλόψυχο σὲ κείνονε καὶ θἆναι στὸ ἅγιο θέλημά του κρεμάμενο ἐπιζωῆς τὸ παιδί μου. Καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ φανῆκαν δύο ἄγγελοι σ᾿ αὐτήνε καὶ τῆς ἔλεγαν· ἰδοὺ λοιπόν, ὦ εὐσεβέστατη γυναίκα, νάτος ὁ ἄντρας σου ὁ Ἰωακείμ, ἔρχεται μὲ τὰ κουδουνιστὰ κοπάδια του. Τὸν εἶχε στ᾿ ἀλήθεια εἰδοποιήσει κι αὐτόνε ἄλλος ἄγγελος Κυρίου λέγοντας· Ἰωακείμ, Ἰωακείμ, ὁ Κύριος τὴν εἰσάκουσε τὴ θερμή σου παράκληση· πάρε τὰ κοπάδια σου καὶ ροβόλα κατὰ κάτω· μάθε τὴν ὥρα τούτη τὸ χαρμόσυνο νέο, πὼς ἡ γυναῖκα σου ἡ Ἄννα θὰ φουσκώσει μὲ ἡλιόκαρπο τὴ γαστέρα της. Καὶ κατέβηκε ὁ Ἰωακεὶμ καὶ κάλεσε καὶ τοὺς ἄλλους τσοπαναραίους, ὅλους ἐκείνους ὁποὺ τοὺς εἶχε στὴ δική του δούλεψη, καὶ τοὺς εἶπε· γιὰ φέρτε μου δῶ πέρα μία δεκαριὰ ἀπείραχτες, παρθενικὲς ἀμνάδες, γιὰ νὰν τὶς κάνω ταπεινή μου προσφορὰ στὸν Κύριο καὶ Θεό μου· κι ἀκόμη φέρτε μου, δώδεκα τοὺς θέλω, μόσχους ἁπαλούς, γιὰ νὰν τοὺς κάνω χάρισμα χαρᾶς στοὺς ἱερεῖς καὶ στοὺς σοφούς μας τοὺς γερόντους· κι ἀκόμη φέρτε μου καὶ γίδια ἑκατὸ γιὰ τὸν κοσμάκη. Καὶ νὰ λοιπὸν ὁ Ἰωακεὶμ ὁποὺ ἔφτασε μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια του, καὶ ἡ Ἄννα ἐστάθη στὴν ἐξώπορτα καὶ τὸν εἶδε ποὺ ἐρχότανε, καὶ τρέχοντας κοντά του κρεμάστηκε στὸ λαιμό του ἀηδονολαλώντας· τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ τὴ χόρτασα σήμερα· γιατί νά ῾με ἐγὼ ἡ χήρα ποὺ δὲν εἶμαι πιὰ χήρα καὶ ἡ ἄτεκνη ποὺ θὰ φουσκώσει μὲ ἡλιόκαρπο τὴ γαστέρα της. Καὶ τότε τρισευτυχισμένος ἐμπῆκε στὸ θεοφοβούμενο σπίτι του καὶ ἀναπαύτηκε γιομάτος ἀνακούφιση ἐκείνη τὴν ὄμορφη μέρα.

V
Καὶ τὴν ἄλλη μέρα πρόσφερε τὰ δῶρα του λέγοντας ἀπὸ μέσα του· τὸ σκέπασμα τῆς κεφαλῆς τοῦ ἱερέα θὰ μοῦ δείξει μὲ τὴ θεία λάμψη του τὴν εὐμένεια σὲ μένα τοῦ Κυρίου. Καὶ πρόσφερε τὰ δῶρα τοῦ γιομάτος εὐλάβεια ὁ Ἰωακείμ, ἔχοντας ὅλη του τὴν προσοχὴ στραμένη στὸ σκέπασμα τῆς κεφαλῆς τοῦ ἱερέα, καθὼς ἀνέβηκε στὸ ἅγιο θυσιαστήριο, καὶ εἶδε καὶ κατάλαβε πὼς καμιὰ δὲν τόνε βάραινε ἁμαρτία. Καὶ εἶπε τὴν ὥρα κείνη ὁ Ἰωακείμ· τώρα τὸ ἔμαθα πὼς μὲ σπλαχνίστηκε ὁ Κύριος, ὁποὺ μοῦ δώρησε τὴν ἄφεση ἀπ᾿ ὅλα μου τ᾿ ἁμαρτήματα. Καὶ τότε βγῆκε ἀπ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου νιώθοντας τὸν ἑαυτό του πεντακάθαρο καὶ γύρισε στὸ θεοφοβούμενο σπιτικό του. Καὶ οἱ μῆνες τῆς ἐγκυμοσύνης ὁλοκληρώθηκαν καὶ τὸν ἔνατο μήνα ἡ Ἄννα γέννησε τὸ παιδί της. Καὶ εἶπε στὴ μαμὴ ἡ Ἄννα· γιὰ πές μου τί εἶναι τὸ παιδί; καὶ ἐκείνη τῆς εἶπε· κοπελούδα. Καὶ ἡ Ἄννα καταχάρηκε λέγοντας· ἡ ψυχή μου μεγαλύνθηκε σήμερα· καὶ πῆρε δίπλα της τὸ νήπιο στὸ κρεβάτι. Καὶ ὅταν ὁλοκληρώθηκαν οἱ μέρες καὶ παστρεύτηκε ἡ Ἄννα, τότε ἔδωκε τὸ μαστὸ γιὰ νὰ βυζάξει τὸ κοριτσάκι, ὁποὺ τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα Μυριάμ.

VI
Ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα τὸ κοριτσάκι μεγάλωνε κι ὅταν ἔγινε ἔξι μηνῶν τὸ πῆρε ἡ μητέρα του καὶ τὸ ἔστησε ὄρθιο χάμω, γιὰ νὰ ἰδεῖ ἂν μπόρηγε νὰ στέκεται μόνο του. Καὶ τὸ παιδάκι κάνοντας ἑφτὰ βήματα ἦρθε καὶ ἔπεσε στὴν ἀγκαλιά της. Καὶ τὸ ἅρπαξε φιλόστοργα στὰ χέρια της λέγοντας· δοξάζω τὸν Κύριο καὶ Θεό μου τὸν ὁλοζώντανο, καὶ δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσω κόρη μου νὰ περπατήσεις ἀπάνω σὲ τούτηνε τὴ γῆ, πριχοῦ σὲ πάω στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ ἔκανε ἁγίασμα στὴν κρεβατοκάμαρη τῆς κοπελούδας καὶ ὁ,τιδήποτε ἄσχημο κι ἀκάθαρτο δὲν τ᾿ ἄφηνε νὰ τὸ περάσουν ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ δωμάτιο· καὶ κάλεσε παρθένες κι ἀνέγγιχτες ἑβραιοποῦλες γιὰ νἄχουν τὴ λάτρα τῆς μικρῆς καὶ καμιὰ περιποίηση νὰ μὴν τῆς λείψει. Ὥσπου ἔγινε ἑνοῦ χρονοῦ τὸ κοριτσάκι καὶ ἔκανε γιορτάσι μεγάλο ὁ Ἰωακείμ, ὁποὺ προσκάλεσε τοὺς ἱερεῖς καὶ γραμματεῖς μαζὶ μὲ τοὺς σοφοὺς γερόντους καὶ ὅλο τὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ ζύγωσε στοὺς ἱερεῖς ὁ Ἰωακεὶμ τὴν κοπελούδα καὶ ἐκεῖνοι τὴν εὐλόγησαν λέγοντας· ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἠμῶν, εὐλόγησε τὴν κοπελούδα τούτη καὶ δῶσε σ᾿ αὐτὴν ἕνα ὄνομα ποὺ νἆναι ὀνομαστὸ σὲ ὅλες τὶς γενεές. Καὶ φώναξε ὅλος ὁ λαὸς τὴν ὥρα κείνη· γένοιτο, γένοιτο, ἀμήν. Καὶ ὕστερα τήνε ζύγωσε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἐκεῖνοι τὴν εὐλόγησαν λέγοντας· ὁ Θεὸς τῶν ὑψωμάτων, ἐπίβλεψε σ᾿ αὐτὴ τὴν κοπελούδα καὶ εὐλόγησέ τη μὲ τὴν ἔσχατην εὐλογία σου, ἐκείνη ὁποὺ δὲν ἔχει παραπέρα. Καὶ τότε τὴν πῆρε ἡ μητέρα της καὶ τὴν ξανάφερε στὸ ἁγίασμα τῆς κρεβατοκάμαρης, καὶ τῆς ἔδωκε τὸ μαστὸ γιὰ νὰ βυζάξει. Καὶ ἔκανε τραγούδι στὸν Κύριο καὶ Θεό της ἡ Ἄννα λέγοντας· θὰ τραγουδήσω ἱερὴ ὠδὴ στὸν Κύριο καὶ Θεό μου, ὁποὺ μὲ ἐπισκέφτηκε μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ σάρωσε ἀπὸ πάνω μου τὰ κακολογήματα τῆς ἔχθρητας· καὶ μοῦ ἔδωκε ὁ Κύριος καρπό, ποὺ τὸν νιώθω σὰν χάρισμα τῆς μεγάλης του δικαιοσύνης, μονοούσιο καὶ πολυπλούσιο κατάντικρυ στὴ δοξασμένη του παρουσία. Ποιὸς θὰ ἀναγγείλει τὸ χαρμόσυνο νέο στοὺς υἱοὺς τοῦ Ρουβίμ, πῶς ἡ Ἄννα θηλάζει; ἀκοῦστε με, λοιπόν, ἀκοῦστε μέ, οἱ δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, ἀκοῦστε πὼς ἡ Ἄννα θηλάζει. Καὶ ἔβαλε τὴν κορούλα της νὰ πλαγιάσει στὴν κρεβατοκάμαρη τοῦ ἁγιάσματος, καὶ βγῆκε πάλι καὶ φρόντιζε τοὺς καλεσμένους σὲ κεῖνο τὸ γιορτάσι, ποὺ μετὰ τὸ δεῖπνο ἀποχώρησαν γιομάτοι εὐφροσύνη καὶ δοξάζοντας τὸ Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ.

VII
Ἡ παιδίσκη ὁλοένα μεγάλωνε, τὸ κύλισμα τοῦ χρόνου πρόσθετε τοὺς μῆνες ἀπάνω στὸ κορμάκι της, κι ὅταν ἔγινε δύο χρονῶν, τότε λέει ὁ πατέρας της ὁ Ἰωακείμ· ἂς τὴν πᾶμε τώρα στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ δώσαμε στὸν Κύριο, μὴ κι ἂν δὲν πᾶμε μᾶς ἀποστρέψει τὸ πρόσωπο καὶ δὲν τὸ κάνει καλοδεχούμενο τὸ δῶρο μας. Καὶ ἡ Ἄννα τοῦ ἀποκρίθηκε· ἂς περιμένουμε νὰ γίνει τριῶν χρονῶν τὸ κοριτσάκι μας, νὰ μὴ γυρεύει τὸν πατέρα ἢ τὴ μάνα. Καὶ εἶπε ὁ Ἰωακείμ· ἂς περιμένουμε. Καὶ ἔγινε τριῶν χρονῶν ἡ παιδίσκη, καὶ εἶπε ὁ Ἰωακείμ· φωνάχτε μου τὶς παρθένες κι ἀνέγγιχτες ἑβραιοποῦλες κι ἂς πάρει νὰ κρατεῖ μίαν ἀναμμένη λαμπάδα ἡ καθεμιά τους, γιὰ νὰ μὴν κάνει πίσω τὸ κορίτσι καὶ νὰ προχωρήσει πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν καρδιά του κυριεμένη ἀπ᾿ τὴν ἱερότητα. Καὶ ἔκαναν ὅπως τοὺς εἶπε καὶ ἔφτασαν καὶ μπῆκαν στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ ἐκεῖ τὴν ὑποδέχτηκε τὴν παιδίσκη ὁ ἱερέας, πού, ἀφοῦ πρῶτα τὴ φίλησε, τὴν εὐλόγησε ὕστερα καὶ εἶπε· ὁ Κύριος ἔχει κάνει μεγάλο τ᾿ ὄνομά σου σὲ ὅλες τὶς γενεές· μὲ σένα θὰ φανερώσει μία μέρα ὁ Κύριος τὴ λύτρωση τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ὅταν ἔρθει ἡ ὑπερκόσμια καὶ μητρική σου ὥρα. Καὶ τὴν ἔβαλε στὸ τρίτο σκαλοπάτι στὸ θυσιαστήριο καὶ δέχτηκε τὴ χάρη τοῦ Κυρίου ἡ παιδίσκη,καὶ ὅπως ἤτανε καθισμένη ἔκανε μὲ τὰ πόδια της ὡσὰν νὰ χόρευε χαρούμενες κινήσεις, καὶ ὅλος ὁ κόσμος τῆς ἔδειξε μίαν ἀτέλειωτη ἀγάπη.

VIII
Καὶ ἐβγήκαν οἱ γονεῖς τῆς παιδίσκης ἀπ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου θαυμάζοντας καὶ αἰνώντας τὸν οὐράνιο δεσπότη, ποὺ ἡ μικρὴ δὲν ἔκανε πίσω, μὰ ἀντίθετα, στάθηκε τόσο δεχτικὴ στὴν ἱερότητα, παρὰ τὴ νηπιακή της ἡλικία. Καὶ ἐζοῦσε ἡ Μαρία στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου σὰν ἄσπιλη περιστέρα, τσιμπολογώντας ἀπὸ χέρι ἀγγέλου τὴν τροφή της. Καὶ ὅταν κύλησαν δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, ὁποὺ ἔζησε μέσα στὸ ναό, τὸ ἱερατεῖο ἔκανε συμβούλιο καὶ διερωτήθηκαν· τί τώρα θὰ κάνουμε γι᾿ αὐτήν, ὁποὺ μπορεῖ σὰν θηλυκὸ νὰ μιάνει τὸ ἁγίασμα τοῦ Κυρίου; Καὶ εἶπαν τοῦ ἀρχιερέα οἱ ἱερεῖς· ἐσὺ ὁποὺ εἶσαι ὁ ὑπέρτερος ἀπάνω στὸ θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου, ἔμπα καὶ κᾶνε προσευχὴ γι᾿ αὐτὴ τὴν κοπελούδα, κι ὅ,τι σου φανερώσει ὁ Κύριος, αὐτὸ καὶ θὰ πράξουμε. Καὶ ἐμπῆκε ὁ ἀρχιερέας, φορώντας τὸ μὲ δώδεκα κουδούνια δεσποτικό του ἱμάτιο, στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, καὶ προσευχήθηκε γιὰ τὴν παιδούλα. Καὶ ἰδοὺ τὴν ὥρα κείνη ὁποὺ φανερώθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ ἔλεγε στὸν ἀρχιερέα· Ζαχαρία, Ζαχαρία, ἔβγα καὶ σύναξε ὅλους ἐκείνους ὁποὺ χηρεύουν ἀπ᾿ τὸ λαό σου, καὶ στεῖλε μήνυμα νὰ φέρουν ὅλοι τους ἀπὸ ἕνα ραβδί, καὶ σ᾿ ὅποιονε φανερώσει τὸ σημάδι του ὁ Κύριος, ἐκεῖνος θὲ νὰ πάρει γιὰ γυναίκα τοῦ τὸ κοράσι. Καὶ ἐβγήκαν οἱ κήρυκες καὶ διαλάλησαν τὸ κάλεσμα σ᾿ ὁλάκερη τριγύρω τὴν Ἰουδαία, κι ἀκούστηκε ἡ σάλπιγγα τοῦ Κυρίου, καὶ τρέξαν ὅλοι τους ἀπὸ ὁλόγυρα οἱ χηρευάμενοι.

IX
Καὶ ρίχνοντας χάμω τὸ σκεπάρνι του ἐβγῆκε κι ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ ὅλους τους ἄλλους. Κι ἀφοῦ καλοσυνάχτηκαν ὅλοι τους ἀπὸ ὁλόγυρα, ἐξεκίνησαν γιὰ νὰ πᾶνε στὸν ἀρχιερέα, κρατώντας ὁ καθένας τὸ ραβδί του. Καὶ παίρνοντας τὰ ραβδιά τους ὀλωνῶν ὁ ἀρχιερέας, ἐμπῆκε μ᾿ αὐτὰ στὸ ἱερὸ καὶ προσευχήθηκε. Κι ἀφοῦ περάτωσε τὴν προσευχή του τὴν ὁλόψυχη, παίρνει μαζί του τὰ ραβδιὰ καὶ βγαίνοντας τοὺς τὰ δίνει πάλι. Καὶ σημάδι στὰ ραβδιὰ δὲν ἔδειξε κανένα ὁ Κύριος. Κι ὁ Ἰωσὴφ ἤτανε κεῖνος ὁποὺ ἐπῆρε τὸ τελευταῖο ραβδί. Καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ ἐβγῆκε ἀπ᾿ τὸ δικό του τὸ ραβδὶ μία περιστέρα, ὁποὺ φτερούγισε καὶ κάθησε στὸ κεφάλι τοῦ Ἰωσήφ. Καὶ εἶπε στὸν Ἰωσὴφ ὁ ἱερέας· ἐσένα σοῦ ἔπεσε ὁ κλῆρος γιὰ νὰ πάρεις τὴν παρθένα τούτη-δῶ τοῦ Κυρίου. Κι ὁ Ἰωσὴφ ἀντιλέγοντας εἶπε· μὰ ἔχω γυιοὺς νεανίσκους καὶ εἶμαι μεγάλος γι᾿ αὐτὴ τὴ μικρὴ κορασίδα· φοβᾶμαι πὼς θὰ γίνω ὁ περίγελως τοῦ κόσμου. Καὶ εἶπε στὸν Ἰωσὴφ ὁ ἱερέας· τὸν Κύριο καὶ Θεό σου νὰ φοβᾶσαι, κι ἀναθυμήσου τρομάζοντας μὲ πόση σκληρότητα τιμωρήθηκαν ἀπ᾿ τὸν Κύριο οἱ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν καὶ Κορέ, τὸ πῶς ἡ γῆ διχάστηκε στὰ δύο καὶ τοὺς κατάπιε σὰν θεριὸ γιὰ τὴν ἀντιλογία τους. Γι᾿ αὐτὸ τὴν ὥρα τούτη στοχάσου μὲ φόβο Ἰωσὴφ τὸν Κύριο, μήπως μία τέτοια συμφορὰ χτυπήσει καὶ τὸ σπίτι τὸ δικό σου. Καὶ τὸν ἔπιασε φόβος μεγάλος τὸν Ἰωσὴφ καὶ ἐπῆρε μαζί του τὴν κορασίδα στὸ σπιτικό του. Καὶ εἶπε στὴ Μαριὰμ ὁ Ἰωσήφ· ἰδοὺ ὁποὺ ἐγὼ σὲ ἐπῆρα στὸ σπίτι μου ἀπ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου, καὶ τώρα θὲ νὰ σ᾿ ἀφήσω μοναχὴ στὸ σπίτι, γιατὶ πρέπει νὰ πάω γιὰ δουλειὰ στὶς οἰκοδομές, κι ὅταν ἀποστερέψω τὴ δουλειά μου θὲ νὰ γυρίσω πίσω σὲ σένα· στὸ μεταξὺ θὰ σὲ ἔχει στὴ φύλαξή του ὁ Κύριος.

X
Καὶ ἔγινε συμβούλιο τῶν ἱερέων ὁποὺ ἐλέγασι· νὰ ὑφάνουμε σκέπασμα στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ εἶπε τότε ὁ ἱερέας· φωνάχτε μου παρθένες ἀνέγγιχτες ποὺ νἆναι ἀπ᾿ τὴ φάρα τοῦ Δαυίδ. Καὶ ἐβγήκαν οἱ ὑπερέτες γυρεύοντας καὶ εὔρηκαν ἑφτὰ παρθένες. Κι ἀναθυμήθηκε τότε ὁ ἱερέας ἐκεῖνο τὸ κοράσι τὴ Μαριὰμ ὁποὺ ἤτανε ἀπ᾿ τὴ φάρα τοῦ Δαυίδ, καὶ ἤτανε κι ἀνέγγιχτη παρθένα ἀφιερωμένη στὸν Κύριο. Καὶ ἐβγήκαν οἱ ὑπερέτες καὶ ἐπήγασι καὶ τὴν ἔφεραν καὶ ἐκείνη. Κι ὅλες μαζὶ τὶς ὁδηγῆσαν ὕστερα μέσ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ εἶπε τότε ὁ ἱερέας· βάλετε κλῆρο γιὰ τὸ ποιὰ θὰ γνέσει τὸ χρυσὸ καὶ ποιὰ τὸ ἀμίαντο, ποιὰ θὰ γνέσει τὸ βύσσινο καὶ ποιὰ τὸ μεταξένιο, καὶ ποιὰ τὸ ὑακίνθινο καὶ ποιὰ τὸ κόκκινο καὶ τὴν ἀληθινὴ πορφύρα. Καὶ ἔλαχε στὴ Μαριὰμ ἡ ἀληθινὴ πορφύρα καὶ τὸ κόκκινο, καὶ παίρνοντας μαζί της τὰ ὁποὺ τῆς ἔλαχαν γιὰ γνέσιμο γύρισε ὀπίσω στὸ σπιτικό της. Καὶ ἤτανε ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁποὺ ἔμεινε ἄλαλος ὁ Ζαχαρίας κι ὡσότου νὰ ξαναποχτήσει τὴ φωνή του τὸν ἀντικατάστησε στὸ ναὸ ὁ Σαμουήλ. Καὶ ἡ Μαριὰμ ἀρχίνησε νὰ κλώθει δουλεύοντας τὸ κόκκινο.

XI
Καὶ ἐπῆρε τὴ στάμνα καὶ ἐπῆγε γιὰ νερὸ στὴ βρύση· καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ ἀκούστηκε φωνὴ ὁποὺ τῆς ἔλεγε· χαῖρε ἐσὺ ἡ χαριτωμένη, μαζί σου εἶν᾿ ὁ Κύριος· εὐλογημένη εἶσ᾿ ἐσὺ ἀνάμεσα σὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Καὶ ἐθώρηγε ζερβόδεξα νὰ καταλάβει πούθενες ἐρχότανε ἐκείνη ἡ φωνή. Καὶ τὴν ἔπιασε μεγάλος τρόμος καὶ γύρισε ὀπίσω στὸ σπιτικό της καὶ ἀπόθεσε τὴ στάμνα, καὶ παίρνοντας τὴν πορφύρα στὰ χέρια τῆς ἀρχίνησε νὰν τὴ γνέθει ἀπάνω στὸ θρονί της. Καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ φάνηκεν ἐμπροστά της ἄγγελος Κυρίου ὁποὺ τῆς ἔλεγε· μὴ νιώθεις μέσα σου κανένα φόβο Μαριάμ· ἐσὺ εἶσαι ἐκείνη ὁποὺ εὐρῆκες τὴ χάρη κατάντικρυ στὴν ὁλόφωτη κι ἀνέσπερη δόξα τοῦ οὐράνιου δεσπότη...

Νίκος Καροῦζος - Fragmenta γιὰ τὴ Μάνα τοῦ Χριστοῦ, Συλλεγμένα καὶ μεταφρασμένα εἰδικὰ γιὰ τὸ περιοδικὸ Ἐποπτεία, τ.20, σελ.224-229

βλ. http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/prose/nikos_karoyzos_fragmenta.htm

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Στὸν Παγασητικό

Στὸν Παγασητικό

Στὸν Παγασητικό, χαθήκαμε τὸ βράδυ,
στὸν Παγασητικό, σὲ δρόμους, σε νταμάρια.

Στὸν Παγασητικό, τὴ μέρα δυναμίτες,
στὸν Παγασητικό, τὸ βράδυ ἐρημίτες.

Στὸν Παγασητικό, τὰ σχέδια λουλούδια,
στὸν Παγασητικό, λουλούδια τοῦ πελάγου.

Στίχοι: Ἀργύρης ΜπακιρτζῆςΜουσική: Ἀργύρης ΜπακιρτζῆςἙρμηνεία: Ἀργύρης Μπακιρτζῆς

(αφιερωμένο στον Μαρίνο, έναν από τους Κυνοκέφαλους)

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

O μπαρμπα-Μυτούσης και τα δυο του ανεψούδια: ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα.


Το γλυκό

Ελένη Θεοχάρη-Περράκη


Ο μπαρμπα-Μυτούσης αγαπά πολύ τα δυο του ανεψούδια: τον Κλούβιο και την Σουβλίτσα. Πρέπει όμως να ’χει μεγάλη υπομονή και με τους δυο. Η Σουβλίτσα είναι άτακτη, ακατάστατη και σκανταλιάρα – ένα μικρό ζιζάνιο. Ο Κλούβιος είναι λίγο τεμπέλης. Του αρέσει να ξαπλώνεται στα μαξιλάρια και στους καναπέδες, όπως τα γατάκια. Είναι και λίγο φοβιτσιάρης. Μπουμ! να του κάνει η Σουβλίτσα, ξαφνιάζεται. Φοβάται τα σκοτάδι, τα ποντίκια, τις βροντές. Η Σουβλίτσα δεν φοβάται τίποτα. Κι έτσι μπορεί να τον πειράζει με όλα αυτά. Όταν είναι οι δυο τους στο σπίτι, ο μπαρμπα-Μυτούσης στήνει πάντοτε αυτί. Μόλις καθίσει και φορέσει τα γυαλιά του για να διαβάσει την εφημερίδα, κάτι θα γίνει, ένας κρότος, κάποια φασαρία. Πρέπει να σηκωθεί και να τρέξει να δει τι συμβαίνει… Νά! όπως τώρα. Τι θόρυβος είν’ αυτός; Από ποια μεριά έρχεται; Από την κουζίνα; Ίσως να ’ναι η γάτα… Όχι! Τώρα νιαούριζε στην αυλή. Ο μπαρμπα-Μυτούσης είναι ανήσυχος. Περίεργο! Θα ’λεγε κανείς πως έπεσε το μισό σπίτι… Η πόρτα της κουζίνας κλειστή. Προσπάθησε να την ανοίξει. – Σουβλίτσα… φωνάζει. Ξεκλείδωσε γρήγορα την πόρτα της κουζίνας. – Μπαρμπούλη μου, δεν είναι κλειδωμένη. Στάσου… έπεσε το σκαμνί στην πόρτα, γι’ αυτό δεν ανοίγει. Μπλέχτηκα πάλι. Μα πώς να μην μπλεχτεί. Τίποτε όρθιο δεν είχε μείνει στην κουζίνα. Ο μπαρμπα-Μυτούσης μισάνοιξε την πόρτα και κοίταζε. Η Σουβλίτσα έτριβε μια το γόνατό της και μια τον αγκώνα της. Ο Κλούβιος κρυμμένος κάτω από το τραπέζι. Γύρω του όλα κάτω. Ο τρίφτης, η σχάρα, το τρυπητό, η κουτάλα. Ο μπαρμπα-Μυτούσης ξύνει το κεφάλι του. (Έτσι κάνει πάντα όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά.) – Σουβλίτσα, λέει. Τι είναι εδώ μέσα; – Μπαρμπούλη, κουζίνα ήτανε. Μη μου θυμώνεις, θα ξαναγίνει πάλι. – Εκεί κάτω από το τραπέζι κάποιος κουνιέται. Μήπως είναι η γάτα; – Εγώ είμαι, Μπαρμπούλη, ο…ο…Κλούβιος… – Σήκω επάνω, έβγα από την κρυψώνα τέλος πάντων. Σουβλίτσα! αυτό το σπασμένο βάζο με το γλυκό, τι είναι; Η Σουβλίτσα κομπιάζει. Κατεβάζει το κεφαλάκι της. Μια κοιτάζει το βάζο, μια τον μπαρπα-Mυτούση, μια τον Kλούβιο. – Mπαρμπούλη μου... Aυτό το βάζο, αυτό το βάζο… μα γι’ αυτό το βάζο έγινε όλη η ιστορία. Άρχισε η Σουβλίτσα να τα μπερδεύει. – Είναι ένας μήνας τώρα που μας το ’στειλε απ’ το χωριό η θεία Βγενή. Το είχα ξεχασμένο. Ξαφνικά το θυμήθηκα. Ήτανε πολύ καλά κρυμμένο στο πάνω ράφι μέσα στο γουδί. Όλο αυτόν τον καιρό δεν κάναμε και καμιά σκορδαλιά βλέπεις… Ξερόβηξε ο Μπαρμπούλης, αλλά η Σουβλίτσα δε σταμάτησε. Ανέβηκα στο τραπέζι, που λες, να το πάρω. Τεντώθηκα να το φτάσω. Όλα πηγαίνανε καλά ώς εκεί. Τη στιγμή που έπιανα το γουδί, άκουσα φτέρνισμα… Έκανα πίσω να δω ποιος είναι… και πάρ’ την κάτω την Σουβλίτσα μαζί με το βάζο και ό,τι άλλο ήταν στο ράφι. Καλά να πάθει… φώναξε ξαφνικά Ο Κλούβιος. Καλά να πάθει γιατί θα το ’τρωγε όλο μονάχη της. – Και τι κατάλαβες; Μήπως έφαγες εσύ τώρα; του λέει η Σουβλίτσα. Ο μπαρμπα-Μυτούσης χτυπάει ανυπόμονα το πόδι του… Δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος. – Σουβλίτσα, έμενα να κοιτάς κι όχι τον Κλούβιο τώρα που σου μιλώ. Δεν μου λες, γιατί το έκρυψες; – Να σου πω, Μπαρμπούλη. Νά! όταν έχουμε γλυκό το τρώνε οι ξένοι… Έρχεται ο κυρ Χρίστος. Λες: «Φέρτε του κυρ Χρίστου μια κουταλιά γλυκό με το νερό…» Πάει μια κουταλιά. Έρχεται η κυρα-Φρόσω· της λες: «Μη φύγεις, Φρόσω μου, πριν φας ένα γλυκό…» Πάει δεύτερη κουταλιά… Έρχεται ο Γιαννάκης· λες: «Δώστε στο παιδί μια μεγάλη κουταλιά γλυκό». Μια…δυο…τρεις… αδειάζει το βάζο με το γλυκό… Όσο τα ’λεγε αυτά, είχε φουντώσει η Σουβλίτσα, τα μαγουλάκια της κοκκίνισαν, αλλά δεν έπαψε να μιλά. – Γλυκό από εδώ, γλυκό από εκεί, εμείς μόνο το βάζο βλέπουμε. Ο Μπαρμπούλης έγινε σκεπτικός. Μήπως είχε κάποιο δίκιο η Σουβλίτσα; Ναι… αλλά…αλλά γιατί να κρύψει το γλυκό. Ύστερα μπορούσε να χτυπούσε σαν έπεφτε. Κούνησε το κεφάλι, κοίταξε και τους δυο και είπε: – Σουβλίτσα… Κι εκείνη, παραπονεμένα: – Ναι, Μπαρμπούλη, δεν ήτανε βλέπεις τυχερό να φάω πάλι γλυκό.
(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Οι γυναίκες της Πίνδου

Όταν φύγαμε από τη Λάρισα για να πάμε στην Κοζάνη, στο Σαραντάπορο εκεί πέρα οι δρόμοι τότε ήτανε καλντερίμια και χωματόδρομοι, θυμάμαι εκεί επάνω πριν από τα Σέρβια ότι ήταν γυναίκες οι οποίες την δεύτερη ημέρα ακριβώς προς την τρίτη φτιάχνανε τον δρόμο, δηλαδή ρίχνανε πέτρες μες στις λάσπες. Από τότε, από την ίδια μέρα και βέβαια εν συνεχεία στην Ήπειρο εθαυμάσθησαν οι γυναίκες αυτές. Εθαυμάσθησαν πολύ γιατί μετέφεραν εκεί που δεν μπορούσε ούτε μουλάρι. Βάζανε στην πλάτη, μαθημένες αυτές, αυτές κουβαλούσαν νερό και ξύλα. Πήγαιναν στο ρουμάνι μια ώρες δυο, φορτωνόταν τα ξύλα στην πλάτη και τα μετέφεραν στα σπίτια τους μέσα στα χιόνια. Εκάνανε βέβαια μια προμήθεια από το καλοκαίρι για τον χειμώνα, κάνανε για ένα μήνα, από κει και ύστερα. Πηγαίνανε πλέον μέσα στα χιόνια...

(Προφορική μαρτυρία Τάκη Τράντα, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 1940-1941, Αθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 103.)

Tω αυτώ μηνί KΖ΄, μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Nέστορος.

Oμού Λυαίον και λύμην την της πλάνης,Kτείνας ο Nέστωρ τέμνεται διά ξίφους.Eικάδι εβδομάτη αποκέρσαν Nέστορα κεδνόν. Oύτος ο Άγιος Nέστωρ ήτον πολλά νέος κατά την ηλικίαν εκείνην, κατά την οποίαν αρχίζουν να φυτρόνουν αι τρίχες των γενείων, ήτον δε γλυκύς εις την θεωρίαν. Ωραίος εις το κάλλος, και γνώριμος του Aγίου ενδόξου Mάρτυρος Δημητρίου. Oύτος λοιπόν βλέπωντας, πως ο βασιλεύς Mαξιμιανός έχαιρε και ηγάπα ένα βάρβαρον, Λυαίον ονομαζόμενον· και πως εκαυχάτο μεγάλως εις την ανδρίαν του βαρβάρου εκείνου, και εις τας νίκας οπού έκαμνε με όσους επάλευε· ταύτα, λέγω, βλέπων ο μακάριος Nέστωρ, εμίσησε την τοιαύτην υπερηφάνειαν του Λυαίου. Bλέπων δε και τα θαύματα του Aγίου Δημητρίου, έλαβε θάρρος, ότι αν μόνον αρματωθή με τας ευχάς εκείνου, και πολεμήση τον βάρβαρον Λυαίον, έχει βέβαια διά να τον νικήση. Όθεν προστρέχει εις τον μέγαν Δημήτριον. Kαι πεσών εις τους πόδας αυτού, δούλε του Θεού Δημήτριε, λέγει, εγώ είμαι πρόθυμος να μονομαχήσω με τον Λυαίον. Διά τούτο εύξαι διά λόγου μου, επικαλεσάμενος το όνομα του Xριστού. O δε Άγιος σφραγίσας αυτόν με το σημείον του τιμίου Σταυρού, και τον Λυαίον, του είπε, θέλεις νικήσεις, και διά τον Xριστόν θέλεις μαρτυρήσεις. Tότε λοιπόν ο γενναίος Nέστωρ εμβήκεν εις το στάδιον χωρίς φόβον. Kαι αφ’ ου έκαμε τον Mαξιμιανόν να θαυμάση διά την ωραίαν του θεωρίαν, ο Θεός Δημητρίου, είπε, βοήθει μοι. Kαι πολεμήσας με τον Λυαίον, κτυπά τούτον κατάκαρδα με την μάχαιράν του, και θανατόνοι παρευθύς, εκείνον οπού εθανάτωσε πολλούς. Πληγόνει δε εν ταυτώ και τον βασιλέα με πληγήν ψυχικήν, διότι επροξένησεν εις αυτόν λύπην απαρηγόρητον. Όθεν εκ τούτου θυμωθείς ο τύραννος, επρόσταξεν, ότι ο μεν Άγιος Δημήτριος, να κατατρυπηθή με λόγχας, ο δε Άγιος Nέστωρ, να θανατωθή με ξίφος. Kαι έτζι έλαβον και οι δύω παρά Xριστού τους στεφάνους του μαρτυρίου[1].

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1. Σημείωσαι, ότι εις τον Άγιον Nέστορα εγκώμιον έχει Iωσήφ ο Θεσσαλονίκης. Oύ η αρχή· «Φαιδρά μεν η πανήγυρις». (Σώζεται εν τη των Iβήρων.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

13 Οκτωβρίου 1904

Παύλος Μελάς.

Σε κλαίει λαός. Πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι
στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλικάρι.
Πανάλαφρος ο ύπνος σου του Απρίλη τα πουλιά
σαν του σπιτιού σου να τ΄ακούς λογάκια και φιλιά
και να σου φτάνουν του σκληρού χειμώνα οι καταρράχτες
σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες.
Πλατιά του ονείρου μας η γη και απόμακρη. Και γέρνεις
εκεί και σβεις γοργά.
Ιερή στιγμή. Σαν πιο πλατιά τη δείχνεις, και τη φέρνεις
σαν πιο κοντά!


Κ. Παλαμάς "Πολιτεία και Μοναξιά"

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία από γονείς ηπειρωτικής καταγωγής. Αξιωματικός του πυροβολικού και γαμπρός επ' αδελφή του Ίωνα Δραγούμη, συμμετείχε στον πόλεμο του 1897 και μπήκε μυστικά για πρώτη φορά στη Μακεδονία τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με τον Κοντούλη, τον Παπούλα και τον Κολοκοτρώνη. Για δεύτερη φορά επέστρεψε τον Ιούλιο, ως δήθεν ζωέμπορος Πέτρος Δέδες και για τρίτη και τελευταία φορά πέρασε τα σύνορα από τη μεριά της Κοζάνης στις 28 Αυγούστου του 1904 με σώμα 35 ανδρών ως καπετάν Μίκης Ζέζας, σύνθεση των ονομάτων των παιδιών του. Σκοτώθηκε στη Στάτιστα Καστοριάς -το σημερινό Μελά- στις 13 Οκτωβρίου του 1904.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Che Guevara. Λίγο πριν την Έξοδο....

Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα (Ernesto Guevara de la Serna)

OCTUBRE 7 1967

Se cumplieron los 11 meses de nuestra inauguración guerrillera sin complicaciones, bucólicamente; hasta las 12.30 hora en que una vieja, pastoreando sus chivas entró en el cañón en que habíamos acampado y hubo que apresarla. La mujer no ha dado ninguna noticia fidedigna sobre los soldados, contestando a todo que no sabe, que hace tiempo que no va por allí. Sólo dio información sobre los caminos; de resultados del informe de la vieja se desprende que estamos aproximadamente a una legua de Higueras y otra de Jagüey y unas 2 de Pucará. A las 17.30, Inti, Aniceto y Pablito fueron a casa de la vieja que tiene una hija postrada y una medio enana; se le dieron 50 pesos con el encargo de que no fuera a hablar ni una palabra, pero con pocas esperanzas de que cumpla a pesar de sus promesas. Salimos los 17 con una luna muy pequeña y la marcha fue muy fatigosa y dejando mucho rastro por el cañón donde estábamos, que no tiene casas cerca, pero sí sembradíos de papa regados por acequias del mismo arroyo. A las 2 paramos a descansar, pues ya era inútil seguir avanzando. El Chino se convierte en una verdadera carga cuando hay que caminar de noche.El Ejército dio una rara información sobre la presencia de 250 hombres en Serrano para impedir el paso de los cercados en número de 37 dando la zona de nuestro refugio entre el río Acero y el Oro.La noticia parece diversionista.h-2,000 ms.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Κυριακή. Ιανουάριος '85.

Πως σε λένε;...Κάνω προσπάθεια να "γράψω"...
Του λόγου μου το αληθές, όταν διαβάζεις αυτές τις
γραμμές
Θα 'ναι να 'χω πετάξει.
Στις αράδες μου μπλέκονται αγριοφράουλες και
βατομουριές
χιλιόμετρα που πέφτουν επάνω μου δε μ' αφήνουν να
προχωρήσω...
Αυτός ο κατακερματισμένος μανδύας, σκισμένος από
αέρηδες
κι από βροχές, αυτός ο άσπρος σταλαγμίτης το σώμα μου
μπλέκεται μέσα στα ανυπόδετα πόδια μου, εκθέτει τη
χωρίς
ανθρώπινη ανταπόκριση ψυχή μου.
Κάνω προσπάθεια να γράψω...
Οι δρόμοι της πολυαγαπημένης πόλης μου, φίδια τώρα
της γνώσης
μου παραδώσανε της πόλης τα κλειδιά, με εκπαιδεύσανε
με μάθανε
όσο με σφίγγουνε ν' ανοίγομαι, τώρα με σφίγγουνε,
ανοίγω...
Τώρα σε λίγο δε θα μπορέσεις να με πιάσεις πια, αν
μπορέσεις
κυνήγα με, δε θα με βρείς στους δρόμους της πια, με
προφυλάνε
με κρύβουνε ανεβαίνω...
Σε λίγο αν κοιτάξεις λυπημένος το βράδυ στον ουρανό
ψηλά
θα 'μαι ένα χαζό παιδικό άστρο που όλο θα πέφτω.
Ίσως κάνω λάθις που θέλω να γράψω για να κρατηθώ.
είναι ίσως γιατί νωμίζω πως δεν πρόλαβα να πώ
Ευχαριστώ
κι αντί για πεφτάστρο που πρέπει να γίνω και να χαθώ
σαν άνθρωπος αντίθετα ακόμα να σκέφτομαι
και θέλω ρόδο αγάπης να γίνω...

Απόντες - Κατερίνα Γώγου - Εκδόσεις Καστανιώτη - 1η έκδοση 1986

----------------------------------------------------

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα. Από μικρή δούλεψε σαν ηθοποιός στο θέατρο και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φίλμς. Το πρώτο της βιβλίο με ποιήματα, το "Τρία κλικ αριστερά" (1978) ακολούθησε το "Ιδιώνυμο"(1980)," Το ξύλινο παλτό"(1982)," Απόντες"(1986)," Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών"(1988).
Αυτοκτόνησε στις 3 Οκτωβρίου 1993 με χάπια σε ηλικία 53 χρονών.

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Νίκος Καροῦζος

Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου

Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ' τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

Μαγική πόλη

Μαγική πόλη

Στίχοι/Μουσική:ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Μια πόλη μαγική
ζούμε μαζί οι δυο αγαπημένοι
μια πόλη σαν κι αυτή
πεθαίνει, ζει
κι αλλάζει μαγεμένη.

Σαν πέσει η σκοτεινιά
η αναπνοή μου
θα σμίξει με τ' αγέρι
τότες η πόλη θα φανεί
μονάχη ερημική
σαν τ' ακριβό μου αστέρι.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Σταυρός

ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ ΚΑΙ ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΕΠΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΩΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙΣ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ

Εὐλόγησον Δέσποτα.
Τῷ τριακοσιοστῷ εἰκοστῷ ἔτει ἀπὸ τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ζήτησις καὶ ἀνεύρεσις ἐγένετο ἐν ᾧ (Σταυρῷ) ἐκρεμάσθη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἐγένετο δὲ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον βασιλεύοντος Κωνσταντίνου τοῦ θεοφιλεστάτου ἀνδρός, ὅν ἔτεκεν ἡ σεμνοτάτη Ἑλένη ἡ φιλόχριστος. Αὕτη ζήτησιν ἐποίησεν περὶ τοῦ πεποθημένου Τιμίου καὶ Ἁγίου ξύλου, ἐφ᾿ ᾧ ὁ Χριστὸς ἐκρεμάσθη. Κοιλοπονοισάσης γὰρ ἐμπόνως τὴν ἐνανθρώπισιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὕψωσιν καὶ τὴν ἐκ νεκρῶν αὐτοῦ Ἀνάστασιν, οὐκ ἐκαρτέρησεν ἡ σεμνοπρεπεστάτη, ἀλλ᾿ ὅλῃ τῇ ψυχῇ καὶ τῇ διανοίᾳ χρησαμένῃ, ἔσπευσεν τοῦτον ἀναζητῆσαι, καὶ ἄχραντον δῶρον τῷ κόσμῳ ἀναδεῖξαι· τοιούτῳ γὰρ ζήλῳ εὐτρόπῳ καὶ δυσευρέτῳ ἐπεπόθει τὸ ἁγιασθέν ζύλον. Ἐπορεύθη ἐν Ἰερουσαλήμ ἐν τῷ μηνὶ δευτέρῳ, ὀγδόῃ καὶ εἰκάδι σὺν στρατιώταις ἅμα πολλοῖς, καὶ ἐκκλησίαν συγκροτήσασα ἐκάλεσεν πάντας τοὺς εὑρισκομένους Ἰουδαίους ἐν Ἰερουσαλήμ καὶ ὅσους ἦσαν περιληφθέντες εἰς τὰς πέριξ πόλεις καὶ κώμας· συνήχθησαν δὲ πάντες οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἀριθμὸν δισχίλιοι, οὕς μεταστειλαμένη ἡ μακαρία Ἑλένη, λέγει αὐτοῖς, «ἔγνων ἀπὸ τῶν ἁγίων Προφητῶν, ὅτι σπέρμα δίκαιοι ἦτε, ἠγαπημένοι ὑπὸ Κυρίου, ἀλλ᾿ ὑμεῖς οὐ συνείκετε, ἀλλ᾿ ἐνομίσατε τὸ φῶς εἶναι σκότος, καὶ τὴν ἀλήθειαν ψεῦδος, καὶ τὸν θέλοντα ὑμᾶς ἀπὸ τῆς κατάρας λυτρώσασθαι, κατηράσασθε αὐτόν, καὶ τὸν τοὺς νεκροὺς ἐγείραντα ἠθελήσατε νεκρὸν προσαγορεῦσαι. Τἀνῦν δὲ λέγω ὑμῖν, ἐπιλέξασθε ἑαυτοῖς τοὺς νομίζοντας εἰδέναι τὸν νόμον περὶ οὗ μέλλω ἐπερωτᾶν ὑμᾶς λόγον. Οἱ δὲ ἐπορεύθησαν μετὰ φόβου μεγάλου, καὶ συνήθροισαν τοὺς νομίζοντας εἰδέναι τὸν νόμον ἄνδρας χιλίους, μαρτυροῦντες περὶ αὐτῶν καὶ λέγοντες ὅτι οὗτοι εἰσὶν οἱ τὸν νόμον εἰδότες ἀκριβῶς· ἡ δὲ λέγει αὐτοῖς «ἀκούσατὲ μου φησὶ τοὺς λόγους, ἐνωτήσασθαι πάντα τὰ ρήματα τοῦ στόματὸς μου· οὐκ ἠκούσατε τῶν ἁγίων προφητῶν, πῶς κατήγειλαν περὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ τοῦ δι᾿ αὐτῶν λαλοῦντος ἁγίου Πνεύματος καὶ λέγοντος: «παιδίον ἐγεννήθη, οὗ ἡ μήτηρ αὐτοῦ οὐ γνωρίσεται» καὶ ὁ ὑμνῳδὸς Δαβὶδ «προορώμην τὸν Κύριον ἐνώπιον μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἐστὶ ἵνα μὴ σαλευθῶ» καὶ πάλιν Ἡσαΐας προανεφώνει περὶ ὑμῶν, ὅτι «Υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δὲ μὲ ἠθέτησαν», καὶ αὖθις ὁ αὐτὸς προφήτης ὑπολαμβάνει λέγων «ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον, καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, Ἰσραήλ δὲ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαὸς μου οὐ συνῆκε». Ἴδε οὖν ὑμεῖς οἱ ἀναγινώσκοντες οὐ νοεῖτε. ὅθεν φυλαττομένους ὑμᾶς, δίδωμι ὑπὸ στρατιωτῶν ἔχοντας διορίαν, ἐπιλέξασθε οὖν ἑαυτοῖς τοὺς νομίζοντας εἰδέναι τὸν νόμον. Οἱ δὲ πάλιν καθ᾿ ἑαυτοὺς συμβούλιον ποιησάμενοι, εὗρον ἄνδρας πεντακοσίους, τοὺς εἰδότας ἀκριβῶς τὸν νόμον· καὶ παραγενομένων αὐτῶν, λέγει αὐτοῖς «τίνες οὗτοι;» Λέγουσιν«Οὗτοι εἰσὶ Δέσποινα ἡμῶν καὶ κυρία, οἱ καλῶς καὶ ἀκριβῶς τὸν νόμον εἰδότες». Καὶ πάλιν ἀρξαμένη ἡ μακαρία Ἑλένη, τὸν τῆς ἀληθείας λόγον ἐδίδασκεν λέγουσα. Ἕως πότε μωροὶ ἡμεῖς οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ; οὐκ ἠρκέσθητε ἐπὶ τῇ πορώσει τῶν πατέρων ὑμῶν λέγοντες μὴ εἶναι Θεόν; Εἴπατε τοὺς προφήτας καθ᾿ ἕνα αὐτῶν, ὑμεῖς δὲ ἅ ἀναγινώσκητε οὐ νοεῖτε. Οἱ δὲ εἶπον, ἡμεῖς ἀναγινώσκομεν, καὶ γινώσκομεν, περὶ δὲ τίνος ἐπερωτᾶς ἡμᾶς δέσποινα; φράσον ἡμῖν, ἵνα καὶ ἡμεῖς συνόντες, φανέρωσιν δῶμεν τοῖς λεγομένοις παρὰ σοῦ. Ἡ δὲ πρὸς αὐτούς, «πάλιν μετὰ ἀκριβείας πορευθέντες κατ᾿ ἰδίαν ἐπιλέξασθαι ἑαυτοῖς, μετὰ πάσης σκέψεως καὶ ἀληθείας, τοὺς δοκοῦντας τὸν νόμον εἰδέναι». Οἱ δὲ πορευόμενοι, λέγουσι καθ᾿ ἑαυτούς, «ἕνεκεν τίνος παρέχει ἡμῖν τοὺς κόπους τούτους ἡ Βασίλισσα;» Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἰούδας, λέγει αὐτοῖς, οἶδα ἐγώ, ὅτι ζήτησιν μέλει περὶ τοῦ ξύλου, ἐφ᾿ οὗ τὸν Ἰησοῦν ἐκρέμασαν οἱ πατέρες ἡμῶν· βλέπετε οὖν μή τις ὁμολογήσῃ αὐτῇ, ἐπεὶ ὄντως καταλυθήσονται αἱ πατρικαὶ ἡμῶν παραδόσεις. Ζακχαῖος γὰρ ὁ παποῦς μου, διεστείλατο τῷ πατρὶ μου Σίμωνι καὶ ὁ πατήρ μου πάλιν ἐμοὶ λέγει «βλέπε τέκνον, ζήτησις ἔχει γενέσθαι τοῦ Σταυροῦ, ἐφ οὗ ἐκρεμάσθη ἡ Μεσσίας, καὶ ὅταν μέλει ζητεῖσθαι τὸ ξύλον φανέρωσον αὐτὸ ἐν τάχει προτοῦ σε τιμωρηθῆναι· οὐκέτι γὰρ γένος Ἐβραίων βασιλεύσει εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὗτος ἐστὶν ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Ὁ δὲ παπποῦς μου Ζακχαῖος, ταύτας τὰς ἐντολὰς παρέλαβεν παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Στεφάνου τοῦ λιθασθέντος ὑπὸ τῶν πατέρων ἡμῶν. Ἵνα τὶ ἐπ᾿ αὐτῶν τὰς χεῖρας ὑπήνεγκαν; ὁ δὲ λέγει «ἄκουσὸν μου τέκνον, οὐ συνέθεντο ἡμῶν οὐδὲ ἐσυνευδόκησαν μετὰ τῶν Σταυρωσάντων τὸν Ἰησοῦν, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἔλεγχεν τοὺς πρεσβυτέρους καὶ Ἀρχιερεῖς τοῦ λαοῦ, κατέκριναν αὐτὸν Σταυρωθῆναι, προσδοκῶντες ὅτι θανατώσωσι αὐτόν, ὅντινα καθελῶντες ἔθαψαν ἐν μνημείῳ «αὐτὸς δὲ τριήμερος ἀναστάς, ἐνεφάνησεν ἑαυτὸν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ὅθεν πεισθεὶς Στέφανος ὁ παπποῦς μου ἤρξατο διδάσκειν ἐν τῷ λαῷ περὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ συνέδριον ποιήσαντες οἱ Σαδδουκαῖοι μετὰ τῶν Φαρισαίων κατέκριναν αὐτὸν λιθοβοληθῆναι, καὶ συνῆρε πᾶν τὸ πλῆθος, καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτόν, ὁ δὲ μακάριος Στέφανος, μέλλων ἀφιέναι τὸ πνεῦμα, τὰς χεῖρας αὐτοῦ τανύσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶπεν «Κύριε μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην, ἄκουε τέκνον, καὶ διδάξω σε τὰ περὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς εὐσπλαχνίας αὐτοῦ, ὅτι καὶ Σαῦλος ὁ πρὸς τὸ ἱερὸν καθεζόμενος, ὁ καὶ ἱμαντοκόρος, καὶ αὐτὸς διώκων τοὺς εἰς Χριστὸν πιστεύσαντας, «ὃς καὶ ἐπήγειρεν τὸν ὄχλον κατὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Στεφάνου, σπλαχνισθεὶς δὲ ἐπ᾿ αὐτὸν Χριστὸς ἐποίησεν αὐτὸν ἕνα τῶν ἐνδόξων αὐτοῦ Ἀποστόλων» διὸ κἀγὼ καὶ οἱ πατέρες μου ἐπιστεύσαμεν ὅτι αὐτὸς ἐστὶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, μὴ οὖν βλασφημήσεις αὐτόν, μηδὲ τοὺς εἰς αὐτὸν πιστεύοντας εἰς ζωὴν αἰώνιον, ταῦτα ὁ πατήρ μου διεστείλατο μοι Σίμων, ἴδε ταῦτα πάντα ἠκούσατε, τὶ ὑμῖν δοκεῖ ἐὰν ἡμῖν ἐπερώτησιν ποιήσει περὶ τούτου ἡ Βασίλισσα; τὶ ἐροῦμεν; οἱ δὲ εἶπον, ἡμεῖς οὐδέποτε ταῦτα ἠκούσαμεν, ἡ δὲ ζήτησις ἐστὶ περὶ τούτου, ὅρα μηδενὶ ὁμολογήσῃς. Ἔτι δὲ αὐτῶν ταῦτα λεγόντων, παραγίνονται πρὸς αὐτοὺς οἱ στρατιῶται λέγοντες, καλεῖ ὑμᾶς ἡ Βασίλισσα, οἱ δὲ παραγενόμενοι καὶ ἀνακρινόμενοι τὴν ἀλήθειαν ἔσπευδον κρῦψαι, τότε ἐκέλευσεν ἡ Βασίλισσα πάντας πυρὶ παραδοθῆναι, οἱ δὲ φοβηθέντες παρέδωκαν τὸν Ἰούδαν λέγοντες «οὗτος ἀνδρὸς δικαίου υἱὸς ἐστὶ ὦ Κυρία, καὶ τὸν νόμον ἀκριβῶς ἐπίσταται, οὗτος δὲ σοι δείξει τὰ καταθύμια τῆς ψυχῆς σου. Πάντες δὲ ὁμοῦ συνέθεντο περὶ τούτου, ἀπέλυσε δὲ πάντας, τὸν δὲ Ἰούδαν, παρέσχεν περὶ αὐτὸν καὶ μετακαλεσαμένη λέγει αὐτῷ,«ζωὴ καὶ θάνατος πρόκειταὶ σοι, ὅ οὖν θέλεις ἐπίλεξε. Ἰούδας δὲ λέγει «Δέσποινα, καὶ τὶς ἐν ἐρημίᾳ ἄρτον προκείμενον, λίθος ἐστί;
Ἡ δὲ πρὸς αὐτόν, «εἰ βούλει καὶ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ζῆσαι, εἰπὲ μοι ποῦ ἐστὶ κεκρυμένος ὁ τοῦ Κυρίου Σταυρός. Ἰούδας δὲ λέγει «καθώς περιέχει τὰ ὑπομνήματα, ἔτη εἰσὶ πλεῖστα διακόσια, καὶ ἡμεῖς νέοι ὄντες πῶς δυνάμεθα εἰδέναι; Ἡ δὲ μακαρία Ἑλένη λέγει, πῶς πρὸ τόσους τῶν γενεῶν ὁ πόλεμος συγκροτηθεὶς ἐν τῷ Ἡλίῳ καὶ πάντες οἱ τεθνεῶτες ἐκεῖ μνημονεύονται, καὶ οἱ τόποι αὐτῶν καὶ οἱ τάφοι; Ἰούδας λέγει «Δέσποινα, συνεχόμενος ἐλάλησα, ἡ δὲ λέγει, ἔχω τὴν αὐτόλεκτον φωνὴν τοῦ Εὐαγγελίου, ἐν ποίῳ τόπῳ ἐσταυρώθη ὁ Χριστός, μόνον ἐπίδειξὸν με τὸν τόπον τοῦ κρανίου, καὶ κελεύω πάντας τοὺς τῇ ἐμοι ἐξουσίᾳ ἀναζήτησιν ποιήσασθαι ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, καὶ πλήρωσὸν μου τὴν ἐπιθυμίαν». Ἰούδας λέγει «λιμοκτονῆσαι σε ἔχω, ἐὰν μὴ μου ὁμολογήσῃς»· καὶ ταῦτα εἰποῦσα, ἐκέλευσεν αὐτὸν ἐν φρέατι ξυρὸν βληθῆναι, ἐν ᾧ ὕδωρ οὐκ ἦν, προσέταξεν δὲ αὐτὸν ἄσιτον διαμεῖναι, ἕως ἡμέρας ἑπτά, μετὰ δὲ τὰς ἑπτὰ ἡμέρας, ἐβόησεν ἐκ τοῦ λάκκου λέγων, «ἀναγάγετὲ με ἐκ τοῦ λάκκου καὶ ὑποδείξω ὑμῖν τὸν τόπον ἐν ᾧ ὁ Χριστὸς ἐσταυρώθη, καὶ ποῦ κεῖται ὁ Σταυρὸς αὐτοῦ, καὶ μὴ εἰδώς τὸ ἀσφαλὲς αὐτοῦ ἦρε δὲ τὴν φωνὴν αὐτοῦ, τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ εὐχόμενος καὶ λέγων (ἀκραή, ἀκραβί, μιλασφίν, ἀδανοί, ἐλοί, λαμογδῶδ, κορφέν, ἀζαζία, φαθιοῦ, βαρουχί, βαρουχάτ, ἐλοεχέρ, μαρό, ἀβραξιό, ἀθηθάλ, ἀμοῦρ, μελμουά, ἀχθαΐ, βιρορό, βαερμοῦν, καθολά, δαβλά, βελμὸν σεσενγιδά, ἰσραήλ, ἀμίν.)
Ὃ ἔστιν «ὁ Θεὸς ὁ αἰὠνιος, ὁ ποιήσας τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἰδίαν καὶ ὁμοίωσιν, ὁ σπιθαμῇ μετρήσας τὸν οὐρανόν, καὶ τὴν γῆν δρακὶ κατέχων ὁ ἐπὶ ἅρματι χερουβείμ καθεζόμενος, καὶ αὐτὰ εἰσινεχόμενα, ἀερίοις δρόμοις. Ὁ Θεὸς ὁ ἐν φωτὶ ἀμετρήτῳ ὤν, ὅπου ἀνθρωπίνη φύσις παρελθεῖν οὐ δύναται, ὅτι ὁ ποιήσας αὐτὰ εἰσὶν εἰς ὑπηρεσίαν, ἓξ ζῶα ἑξαπτέρυγα, ἅτινα λειτουργοῦντα ἀκαταπαύστῳ φωνῇ λέγοντα «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος» ἅτινα καὶ Χερουβείμ καλοῦνται, τὰ δὲ δύο ἔθου ἐν τῷ Παραδείσῳ φυλάττει τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, ἅτινα Σεραφείμ καλοῦνται. Σὺ γὰρ δεσπόζεις πάντων «ὁ τοὺς ἀπειθείσαντας ἀγγέλους βυθῷ ταρτάρῳ παραδώσας, καὶ αὐτοὶ εἰσὶν ὑπὸ τὰ ἐντυπώματα τῶν μοχλευμάτων, ὑπὸ ὀσμὴν δρακόντων κολαζόμενοι, καὶ τῷ σῷ προστάγματι ἀντειπεῖν οὐ δύνανται· σὺ γὰρ δεσπόζεις τῶν τε ἐν οὐρανῷ, τῶν τε ἐπὶ γῆς, ὅτι σὸν ποίημα ἐσμέν. Καὶ τανῦν Δέσποτα Κύριε Παντοκράτωρ εἰ θέλημα σὸν ἐστὶ Βασιλεύειν τὸν υἱὸν Μαρίας, τῆς καλῆς περιστερᾶς, τὸν ἐκπεμφθέντα ὑπὸ σοῦ - εἰ μὴ γὰρ ἔκ σου οὐκ ἦν, οὐκ ἂν τοσαῦτας δυνάμεις ἐποίησεν, καὶ εἰ μὴ σὸς παῖς ἦν οὐκ ἂν ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ποίησον ἡμῖν τὸν σὸν τεράστιον τοῦτον, καὶ ὡς ἐπήκουσας τοῦ θεράποντος σου Μωϋσῆ, καὶ ἀνέδειξας αὐτῷ τὰ ὀστὰ τοῦ ἀδεφλοῦ ἡμῶν Ἰωσήφ, ὄντα ἐν κρυπτῷ, οὕτω καὶ νῦν Κύριε ἀνάδειξον ἡμῖν τον κεκρυμένον σου θησαυρόν, καὶ ἔνθα ἀπόκειται ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ σου, ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου καπνὸν εὐωδίας κέλευσον ἀνελθεῖν, ἵνα κἀγὼ ἀναμφιβόλως πιστεύσω τῷ ἐσταυρωμένῳ Κυρίῳ. Ὅτι αὐτὸς ἐστὶν Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Σωτήρ τοῦ κόσμου, καὶ αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
Ταῦτα δὲ εὐξαμένου τοῦ Ἰούδα, ἐσείσθη ὁ τόπος καὶ πλῆθος καπνοῦ ἀρωμάτων εὐωδίας, ἀνέβη ἐκ τοῦ τόπου, καὶ εἰπεῖν, «ἐπ᾿ ἀληθείας Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου ὁ ἐξελθὼν ἐκ τῆς ἀμώμου καὶ Ἁγίας Παρθένου Μαρίας· εὐχαριστῶ σοι Κύριε, ὅτι ἀνάξιον ὄντα με, κατηξίωσὰς με τῆς χάριτὸς σου. Δέομαὶ σου Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀμνησικάκισον ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις μου, καὶ συγκαταρίθμησὸν με μετὰ τοῦ Πρωτομάρτυρὸς σου Στεφάνου, διότι κἀγὼ γένος αὐτοῦ εἰμί». Καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ Ἰούδας λαβὼν ὀρυκτῆρα, καὶ διαζωσάμενος ὥσπερ ὁ γενναῖος Ἀβραάμ, ἤρξατο ὀρύγειν μετὰ καὶ ἄλλου πλήθους, καὶ ὀρύξαντες ὀργυιὰς εἴκοσι, εὗρον τρεῖς Σταυροῦς κεχωσμένους, οὕς ἀνελόμενοι ἀπήγαγεν εἰς τὴν πόλιν. Ἦσαν δὲ ἐκδεχόμενοι τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἰδοὺ ὥρα ἦν ὡς ἐνάτῃ καὶ ὑπέδειξαν τοῦς τρεῖς Σταυροὺς τῇ μακαρίᾳ Ἑλένῃ, ἡ δὲ ἀποκριθεῖσα εἶπεν, πῶς γνώσομαι ποῖος Σταυρὸς ἐστὶν τοῦ Χριστοῦ μου. Ἰούδας λέγει «ἐν τῷ Σταυρῷ ᾧ ἐπίστευσας, φωτισάτω σε καὶ ἀποκαλυψάτω σε, καὶ θεασάμενος ὁ Ἰούδας κλίνην ἐν ᾗ ἐξεκομίζετο νεανίσκος νεκρός, πνεύματι ἁγιῳ πλησθείς, κατέσχε τὴν κλίνην, καὶ ἐπέθηκε χαμαὶ θεῖναι καὶ ἐπέθηκε τοὺς δύο Σταυρούς, ἕνα πρὸς ἕνα καὶ οὐκ ἀνέστη. Ὅτε δὲ ἦλθεν ἐπὶ τῷ τρίτῳ Σταυρῷ εὐθέως ἀνέστη ὁ νεανίσκος, καὶ ἀφανερώθη ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Πολλοὶ δὲ τῶν Ἰουδαίων,θεασάμενοι ἀναστάντα τὸν νεκρόν, ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστόν. Τότε ἐγένετο φωνή, ἀγανακτήσαντος τοῦ Διαβόλου, καὶ λέγοντος «τὶς ἐστὶν ὁ μὴ ἐῶν με δέχεσθαι τὰς τῶν ἀνθρώπων ψυχάς; Ὦ Ἰησοῦ Ναζαρηνέ, πάντας εἵλκυσας εἰς ἑαυτόν· πάλιν τὸ ξύλον σου κατ᾿ ἐμοῦ ἐφάνη; Ὦ Ἰούδα τὶ ἐποίησας; πρῶτον μέν διὰ Ἰούδα τοῦ προδότου τὸν λαὸν ἁμαρτῆσαι ἐποίησα, καὶ νῦν διὰ σὲ Ἰούδα ἐντεῦθεν διώκομαι; Εὗρον κἀγὼ τὶ ποιήσω, ἐγείρω ἕτερον Βασιλέα, ὅστις τὰς ἐμὰς ἐντολὰς μέλει πράττειν, ἵνα καταλείψω τὸν ἐσταυρωμένον καὶ σὲ παραδώσωσι ποικίλαις τιμωρίαις, ἵνα τιμωρούμενος, δυνήσει τόνἘσταυρωμένον ἀρνήσασθαι· τότε ὁ Ἰούδας ἐμβρισάμενος τῷ ἀκαθάρτῳ πνεύματι εἶπεν: «Ὁ τοὺς νεκροὺς ἐγείρας Ἰησοῦς Χριστός, κατακοντίσαι σε εἰς τὴν ἄβυσσον τοῦ πυρός, τὴν ἐσχάτην καὶ δεινὴ κόλασιν, εἰς τὸ σὸν οἰκητήριον, καὶ ταῦτα ἀκούσας ὁ διάβολος, ἀφανὴς ἐγένετο, ἡ δὲ μακαρία Ἑλένη ἐθαύμασε τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν πίστιν τοῦ Ἰούδα καὶ μετὰ πολλῆς τέρψεως καὶ ἀγαλλιάσεως, καὶ πολλῆς ἀσφαλείας, ἐκόσμησεν τὸν Τίμιον Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ χρυσίῳ τε καὶ λίθοις τιμίοις, καὶ ποιήσασα γλωσσόκομον ἀργυροῦν, ἠσφαλίσατο αὐτὸν ἐν αὐτῷ, ἐνδόξως τε καὶ ἐντίμως καὶ οἰκοδομήσασα ἐκκλησίαν ἐν τῷ τοῦ κρανίου τόπῳ, ἀπέθετο ἐν αὐτῇ φυλάττεσθαι τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ. Τὸν δὲ Ἰούδαν λαβόντα τὸ λουτρὸν τῆς ἐν Χριστῷ πίστεως, παρέθετο αὐτόν, τῷ κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν Ἐπισκόπῳ. Ἔτι δὲ τῆς μακαρίας Ἑλένης διαγούσης ἐν Ἰερουσαλήμ, ἐγένετο τὸν ὅσιον Ἐπίσκοπον Ρώμης Εὐσέβιον τοὐνομα, κατέστησε τὸν Ἰούδαν ἐν Ἱεροσολύμοις Ἐπίσκοπον τοῦ ἡγεῖσθαι τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας, μετονομάσασα ἡ μακαρία Ἑλένη τὸν Ἰούδαν Ἐπίσκοπον Κυριακὸν καλεῖσθαι, καὶ αὐτὴ παιδευθεῖσα καὶ διδαχθεῖσα τὴν ἐν τῷ νόμῳ δύναμιν, τῆς τε νέας διαθήκης τοῦ Χριστοῦ τὰ διδάγματα· μεμνημένη δε καὶ τῶν ἁγίων προφητῶν τὰς φωνάς, ἔτι προστίθεται ἀναζητῆσαι καὶ τοὺς ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ προσπαγέντας ἥλους, ἐν οἷς οἱ παράνομοι Ἰουδαῖοι τὸν Σωτῆρα προσήλωσαν. Δευτέρας δὲ ἀναζητήσεως γενομένης, ἔφη ἡ μακαρία Ἑλένη πρὸς τὸν Ἰούδαν τὸν Κυριακὸν μετονομασθέντα. Τὸ μέν περὶ τοῦ ξύλου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ ἐπιθυμία μου πεπλήρωται· ἡ δὲ περὶ τῶν ἐν αὐτῷ Σταυρῷ παγέντων ἥλων, δεινὴ μοι ἔγκειται λύπη, διὸ οὐ ἠρεμήσω μέχρις ἄν, καὶ περὶ τούτων πληρώσοι μοι ὁ Κύριος τὴν ἐπιθυμίαν· προσθέμενὸς μοι καὶ περὶ τούτου, δεήθητι τοῦ Κυρίου» Ὁ δὲ ὅσιος Κυριακὸς ὁ Ἐπίσκοπος, παραγενόμενος εἰς τὸν κρανίου τόπον ἅμα πλειόνων ἀνδρῶν, ἐφ᾿ οἷς τῶν εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν πιστευσάντων, διὰ τῆς τοῦ Σταυροῦ ἀνευρέσεως, καὶ τῆς τοῦ νεκροῦ ἀναστάσεως ἀνατείνας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ τὰς χεῖρας ἐν τῷ στῆθι κρούων, ἐβόησε λέγων, ἐξομολογοῦμαι σοι Κύριε ἐπὶ τῇ προτέρᾳ μου, ἀγνοίᾳ, μακαρίζων δὲ πάντας τοὺς εἰς τὸν Κύριον πιστεύοντας ἐπὶ πολὺ δὲ προθέμενος τὴν εὐχὴν αὐτοῦ, τῇ ἑβραΐδι διαλέκτῳ, ἐπὶ τῷ φανερωθῆναι αὐτῷ καὶ τοὺς ἥλους τοὺς ἐν τῷ Σταυρῷ παγέντας καὶ ταύτην τὴν αἴτησιν καθ᾿ ἅ καὶ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὅ καὶ ἐγένετο· ἱκανῆς δὲ ὥρας γενομένης ἐπὶ τῆς εὐχῆς, εἶπε τὸ ἀμήν. Ἐγένετο δὲ τὸ σημεῖον, ὅ καὶ οἱ παράνομοι εἶδον, ὥσπερ γὰρ ἀστραπῆς φέγγγος, ἤστραψεν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἔλαμψαν δὲ καὶ οἱ τοῦ ἡλίου ἀκτῖνες, ὡς πάντας ἀδιστάκτως λέγειν, νῦν ἔγνώκαμεν εἰς τίνα πεπιστεύκαμεν, οὕς μετὰ πολλῆς εὐσεβείας προσήνεγκεν ὁ ἐπίσκοπος, τῇ θεοφιλεστάτῃ Ἑλένῃ, ἡ δὲ θεασαμένη τούτους, κλίνασα τὰ γόνατα καὶ τὴν κεφαλὴν κάμψασα μετὰ πολλοῦ φόβου προσεκήνυσεν αὐτούς, «εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, ὅτι οὐ παρεῖδε τὴν ἐμὴν δέησιν, πολλήν τε φροντίδα εἶχεν, τὶ ποιῆσαι τοὺς ἥλους. Ἡ οὖν τοῦ Θεοῦ Σοφία, ὑπέβαλεν ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῆς, τοῦ ποιῆσαι μεγάλην σωτηρίαν, ταῖς μελλούσαις γενεαῖς καὶ μετακαλεσαμένη ἄνδρα πιστὸν καὶ ἐπιστήμονα, ἔφη πρὸς αὐτόν· «Βασιλέως ἔνταλμα καὶ μυστήριον φύλαξον· λάβε τοὺς ἥλους τούτους, καὶ ποίησὸν μοι χαλινὸν τῷ ἵππῳ, ὡς ὁ Βασιλεὺς ἐποχεῖται καὶ ἔσται ὅπλον ἀνίκητον πρὸς πάντας τοὺς ἐχρθούς, νῖκος τοῦ Βασιλέως, καὶ εἰρήνη πολέμου, καὶ λαβὼν ὁ τεχνίτης αὐτούς, πεποίηκεν ὡς προσετάγη. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν, ὅπως πληρωθῇ τὸ ρῆμα τὸ διὰ τοῦ προφήτου λεχθέν «καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, τὸ ἐπὶ τὸν χαλινὸν τοῦ ἵππου τοῦ Βασιλέως, ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται, ἡ δὲ μακαρία Ἑλένη, τὴν εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν πίστιν κρατήνασα ἐν Ἰερουσαλήμ καὶ πάντα ὁσίως τελέσασα, ἐπέθετο διωγμὸν τοῖς Ἰουδαίοις· καὶ ὅσοι οὐκ ἐπίστευσαν τῷ Σωτῆρι Χριστῷ καὶ ἐξεδιώχθησαν τῆς Ἰουδαίας γῆς, καὶ διεσπάρησαν εἰς πᾶσαν τὴν γῆν καὶ τοσαύτη πίστις ἐδόθη τῷ ὁσιωτάτῳ Ἐπισκόπῳ Κυριακῷ, ὥστε καὶ δαίμονας ἐλαύνει, καὶ νόσους θεραπεύει, καὶ ἄλλα πολλὰ σημεῖα ἐργάζεσθαι. Ἡ δὲ μακαρία Ἁγία Ἑλένη, πολλὰ χρήματα καταλειποῦσα αὐτῷ, εἰς ἐπέσκεψιν τῶν δεομένων καὶ ἐν χαρᾷ μεγίστῃ ὑποστρέψασα ἐν τῇ μεγάλῃ τῶν πόλεων Ρώμῃ πρὸς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, τὸν υἱὸν αὐτῆς, ὑπεδέχθη ἐντίμως παρὰ πάσης τῆς πόλεως. Ὀλίγου δὲ παρελθόντος χρόνου ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ· τῷ δὲ Ἐπισκόπῳ τῷ καὶ Ἰούδᾳ ἀνεπαύσατο καὶ αὐτῷ ἐν Κυρίῳ, παραγγείλαντες πάσῃ τοῖς τὸν Χριστὸν σεβομένοις τελεῖν τὴν μνήμην τῆς ἡμέρας ἐν ᾗ εὑρέθη ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν τέσσαρες καὶ δεκάτην τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός, εἰς δόξαν Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἐπειδὴ δὲ χάριτι Θεοῦ, κατηντήσαμεν τῷ λόγῳ εἰς τὴν εὔσημον ἡμέραν τῆς ἑορτῆς ἡμῶν, ἥτις ἐστὶν ἀνάδειξις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, φέρε καθώς οἷον τ᾿ ἐστίν, μικρὰ χαιρετήσαντες τοῦτον, καταπαύσομαι τὸν λόγον. Χαίροις Τίμιε Σταυρέ, χαίροις ὅτι ἐν σοὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὑψώθη οἰκονομικῶς. Ἐν ᾧ εἰσὶ πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς χαρᾶς, ἐν Οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς βραβεύται· Χαίροις Σταυρὲ Τίμιε, ὅτι ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὁ Δημιουργὸς ἐν πᾶσι κτήσει, τὴν εἰκόνα σου ἐζωγράφισε· Χαῖρε Σταυρὲ ἔνδοξε, διὰ σοῦ γὰρ καὶ ἐν πόλεσι, καὶ νήσοις, καὶ ἐν παντὶ ἔθνει, ἐκκλησιὰ ὀρθοδόξων τεθεμελιώνονται· Χαῖρε Σταυρὲ ἔνδοξε, διὰ σοῦ γὰρ πᾶν στόμα πιστὸν εἰς εὐλογίαν ἀνέῳκται· Χαῖρε Σταυρὲ μακάριε, διὰ σοῦ γὰρ ἄγγελοι οὐράνιοι συνανθρώποις ἐπὶ γῆς Χριστὸν ἀνυμνοῦσι· Χαῖρε Σταυρὲ μακάριε, διὰ σοῦ γὰρ ἐν οὐρανοῖς, ἐπίγειοι ἄνθρωποι, ὁμοίως σὺν ἀγγέλοις παρίστανται τῷ Θεῷ, μετὰ ἀνεκλαλήτου χαρᾶς, τὸν ποιητὴν δοξάζοντες· Χαῖρε Σταυρὲ μακάριε διὰ σοῦ γὰρ ὁ Ἀδάμ τῆς κατάρας ἐλευθερωθείς, σκιρτῶν καὶ ἀγαλλιώμενος, ἀπολαύων τὸ ἀρχαῖον ἀξίωμα· Χαῖρε Σταυρὲ ἅγιε, διὰ σοῦ γὰρ πᾶσα διαβολικὴ δύναμις καταβέβληται καὶ πᾶσα δαιμονικὴ ἐνέργεια κατελύθη. Χαῖρε Σταυρὲ ἅγιε, διὰ σοῦ γὰρ ἡ Τριὰς ἁγία καὶ ὁμοούσιος, παντὶ τόπῳ γνωρίζεται, καὶ πιστεύεται, καὶ δοξολογεῖται. Χαῖρε Σταυρὲ ἅγιε, διὰ σοῦ γὰρ πᾶσα ψυχὴ Χριστῷ πιστεύουσα σώζεται. Χαῖρε Σταυρὲ πανένδοξε, διὰ σοῦ γὰρ τὰ ἀναφαίρετα ἀγαθὰ τοῖς ἀνθρώποις δεδώρηται καὶ τὶ εἴπωμεν, εἰ τὶ παραλείπωμεν, πῶς ἀνυμνήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ Δεσποτικοῦ Σταυροῦ; Ὤ ὄνομα Σταυροῦ, ἐν ᾧ τὰ μεγαλεῖα τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ ἐγκέκρυπται, ἀγγέλοις αἰδέσιμον καὶ ἀνθρώποις σεβάσμιον. Τὶ ἐρασμιώτερον ὀνόματος Σταυροῦ, ἢ ἡδύτερον Χριστιανοῖς; Τὶ δε τούτου ἐνεργέστερον καὶ εἰς θαυματουργίαν; Σταυρὸς θείας δυναστείας ἐνεργέστερον σημεῖον. Σταυρὸς ἀγγέλων χαρά, καὶ δαιμόνων πένθος. Σταυρὸς ἐκκλησίας θεμέλιος. Σταυρὸς τοῦ παντὸς κόσμου Φωστὴρ ἀειφανὴς καὶ παντοφανής. Σταυρός, τοῖχος ἀκράδαντος καὶ ἀρραγές, καὶ ἀκαταπολέμητον πάσης τῆς οἰκουμένης. Σταυρὸς ἱερέων δόξα, ἱεροπρεπὴς καὶ ἀνεπηρέαστος. Σταυρὸς Βασιλέων κράτος καὶ δυναστεία, καὶ νικητικὸν ὅπλον κατὰ τῶν πολεμίων. Σταυρὸς στρατοπέδων παντευχία, παναλεστάτη, καὶ ἀκατάπληκτος τοῖς ἐναντίοις. Σταυρὸς πόλεων φυλακτήριον, ἀνεπιβούλετον καὶ ἀσκύλευτον. Σταυρὸς λαῶν εὐφροσύνη διηνεκὴς καὶ ἀκατάλυτος. Σταυρὸς διαβόλου πανωλεθρία διηνεκὴς καὶ ἀκατάπαυστος. Σταυρὸς δαιμόνων κατάπτωμα ἐξαίσιὸν τε καὶ αἰώνιον. Σταυρὸς Χριστιανῶν ἐλπὶς βεβαία τε καὶ ἀναιπέσχυντος καὶ ἀμείωτος. Σταυρὸς ἀσθενούντων ἴασις εὐπρεπεστάτη, ψυχῶν τε καὶ σωμάτων. Σταυρὸς εὐεκτούντων ἀδιάπτωτος ὑγεία. Σταυρὸς χειμαζομένων λιμὴν εὐδιέστατος. Σταυρὸς πολεμουμένων εἰρήνη ἀστασίαστος. Σταυρὸς ὀρθοδόδων καύχημα καυχημάτων, καὶ αἱρετικῶν κατάκρημα ἀκατάπαυστον. Σταυρός, εἰδωλολατρείας κατάλυσις, καὶ εὐσεβείας ἀνόρθωσις. Σταυρὸς παρθενίας διδάσκαλος καὶ σωφροσύνης φύλαξ. Σταυρὸς δικαίων ἀσφάλεια καὶ ἁμαρτωλῶν μετάνοια. Σταυρὸς Μοναζόντων ἐγκαλλώπισμα καὶ σεμνῶς βιούντων εὐκοσμία. Σταυρὸς νηπίων φύλαξ, καὶ νέων σωφρονισμός, καὶ γερόντων στηριγμοῦ βακτηρία. Σταυρὸς πτωχῶν ἀδαπάνητος θησαυρὸς καὶ πλουσίων αὐταρκείας διδάσκαλος, πεπλανημένων ὁδός, καὶ ἀπολλωμένων ἀπλανὴς ὁδηγός. Σταυρὸς ἐθνῶν εὐταξία, καὶ παντὸς τοῦ κόσμου βαθυτάτη γαλήνη, καὶ τὶ εἴπωμεν, εἰ τὶ παραλείπωμεν, εἰ πῶς ἀνυμνήσωμεν πανένδοξε Σταυρέ; ὅτι σὲ μόνον ἀπὸ πάσης κτίσεως, ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης, ἀνέδειξεν ὅπλον ἀήττητον κατὰ τοῦ διαβόλου, καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Διὸ μακάριοι ἐσμέν πάντες οἱ καταξιωθέντες τὴν ἀξίαν ἰδεῖν ἡμέραν τῆς σοῖς ἀναδείξεως. Σὺ τῶν προφητῶν τὸ κήρυγμα, περὶ σοῦ γὰρ ἀγαλλιώμενοι, ὡς ἡμέραι, κελαδοῦσι λέγοντες πρὸς τὸν Θεὸν «ἔδωκας τοῖς φοβουμένοις σε σημείωσιν τοῦ φυγεῖν ἀπὸ προσώπου τόξου. Σὺ εἶ τὸ καύχημα τῶν ἀποστόλων, ἀδιαλείπτως γὰρ βοῶσιν ἐν ἐκκλησίᾳ ἁγίᾳ δι᾿ ἑνὸς αὐτῶν ἱεροκήρυκος. Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχάσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σὺ καὶ τῶν μαρτύρων στέφανος, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ τὸν Σταυρὸν ἄραντες, ἠκολούθησαν τῷ Κυρίῳ. Σὺ τὸ καύχημα καὶ τὸ ἀγαλλίαμα, τῶν ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις, καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς κατοικούντων διὰ τὸ ὄνομα Κυρίου, ὅτι καὶ αὐτοὶ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Σὺ τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν κακρὰν ἀναψυχὴ καὶ ἀνάπαυσις. Ὤ τῆς ἀνεκλαλήτου χάριτος τοῦ Δεσποτικοῦ Σταυροῦ. Ὤ τῶν ἐν αὐτῷ ἀκαταλήπτων μυστηρίων, καὶ ἵν᾿ εἴπω κἀγὼ ἐκστατικὸν τι μετὰ τῆς ἱερᾶς σάλπιγγος. Ὤ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεός, ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῖς, παρὰ γὰρ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς νεκρωθέντες, παρὰ τῶν ξύλῳ τῆς κατακρίσεως ἐζωοποιήθημεν. Διὰ τὴν ἄμετρον χάριν, τοῦ σεσωκότος Δεσπότου. Δέον ἡμᾶς τὴν πανέορτον ταύτην ἑορτήν, συστήσατε ἐν τοῖς πυκάζουσι «ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου. Πυκάζοντα δέησιν ὡς φασὶν οἱ περὶ ταῦτα δεινοί, τὰ ἐξ ἀμελείας εἰ παλαιότητος ρυπωθέντα, ἢ τὰ ἐξ ἐπιμελείας καὶ σπουδῆς, πάλιν ἐπὶ τὸ τιμαλφέστερον μεταακοσμούμενα εἰς εὐφροσύνην καὶ τέρψιν τῶν εὐωχηθησομένων, ἐν γάμοις ἢ ἐν ἑτέρᾳ τινὶ θυμηδία. Διατεθῶμεν τοίνυν ὡς προστετάγμεθα, καὶ τὴν συμβᾶσαν ἡμῶν ἐκ ραθυμίας τῷ συνειδότι ἀπεκδυσάμενοι ἀηδίαν, τὴν φαιδρὰν ταύτην καὶ πάνσεπτον ἡμέραν, τῆς τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ μνήμης ἐπιτελέσωμεν· ἐλεημοσύναις καὶ πίστει, καθώς φησὶν ἡ Γραφή, ἀποκαθαίρονται αἱ ἁμαρτίαι καὶ παρρησίαν ἐν εὐλαβείᾳ κεκοσμημένην ἀναλαβόντες, καὶ ἄραντες ἐπὶ τῶν ὤμων τὸ νικητικὸν ὅπλον τοῦ Σταυροῦ, τὸν δωρηθέντα ἡμῖν οὐρανόθεν εἰς παῦσιν πάσης ὀργῆς, ἀγγελικὸν ὕμνον συνήθως πρὸς τὸν Θεὸν βοήσωμεν. Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος ἀθάνατος ἐλέησον ἡμᾶς. Ἁγία Τριὰς ἀκατάληπτε, ἀπεριόριστε, ἀνεκφύτητε, ὁμοούσιε καὶ ὁμόθρονε, καὶ ὁμοάχρονε, καὶ ὁμόδοξε, ἐλέησον ἡμᾶς καὶ ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματὸς σου τοῦ ἁγίου. Καὶ δὸς ἡμῖν εὐρεῖν ἔλεος καὶ οἰκτιρμοὺς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἀνταποδόσεως σου τῆς δικαίας. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν καὶ σοὶ πρέπει τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι δόξα, μεγαλοσύνη, κράτος καὶ ἐξουσία παντὸς αἰῶνος καὶ νῦν καὶ εἰς τοὺς σύμπαντας αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
Σταυρός,
ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης,
Σταυρός,
ἡ ὡραιότης τῆς Εκκλησίας,
Σταυρός,
βασιλέων τό κραταίωμα,
Σταυρός,
πιστῶν τό στήριγμα,
Σταυρός,
ἀγγέλων ἡ δόξα
καί
τῶν δαιμόνων τό τραῦμα.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΟΣ λόγος για την εκπαιδευτική και εκκλησιαστικομοναστική πραγματικότητα....
Οι συγκρίσεις αναπόφευκτες....



Φώτης Κόντογλου



Πτωχοπρόδρομος, ὁ πεινασμένος καλόγερος


Τὸ Βυζάντιο ἤτανε ἕνα βασίλειο ποὺ φαινότανε πὼς εἶχε ἀρχοντιὰ καὶ πὼς ὁ λαός του δὲν δυστυχοῦσε. Μὰ σὲ κάθε μεγάλο καὶ δυνατὸ κράτος, δίπλα στὰ πλούτη καὶ στὴν καλοπέραση, ὑπάρχει κι ἡ φτώχεια, ὅπως ἤτανε στὴν ἀρχαία Ρώμη, στὴν Περσία, στὴν Αἴγυπτο, κι ὑστερώτερα στὴν τσαρικὴ Ρωσία, στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Τουρκία. Ἔτσι καὶ στὸ Βυζάντιο, προπάντων στὰ χρόνια ποὺ ἀρχίσανε νὰ φανερώνουνται τὰ γεράματά του.
Ἕνας τύπος φτωχὸς καὶ πεινασμένος, ποὺ ἔζησε στὸ Βυζάντιο, ἤτανε ἕνας καλόγερος ποὺ τὸν λέγανε Πρόδρομο, κι ἀπὸ τὴ φτώχεια κι ἀπὸ τὴ μιζέρια ποὺ εἶχε κι ἀπὸ τὴ ζητιανιά του, τὸν βγάλανε Φτωχοπρόδρομο. Τὸ μικρὸ τ᾿ ὄνομά του ἤτανε Θεόδωρος, τὸ Πρόδρομος ἤτανε οἰκογενειακό του. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ μὲ τὸν σημερινὸν Καραγκιόζη, ποὺ εἶναι ὁλοένα πεινασμένος, κι ὁ νοῦς του εἶναι στὸ φαγί.
Ὁ Φτωχοπρόδρομος γεννήθηκε κατὰ τὰ 1150 ἀπάνω - κάτω, βασιλεύοντας ὁ Μανουὴλ ὁ Κομνηνός. Σ᾿ αὐτὸν τὸν βασιλιᾶ ἀφιέρωσε δυὸ μεγάλα ποιήματα, καὶ σ᾿ αὐτὰ κλαίγεται γιὰ τὴ φτώχειά του, γιὰ τὴν πείνα του, γιὰ τὴ γύμνια του, γιὰ τὴν κακομεταχείρισή του στὰ μοναστήρια, κατηγορᾶ τοὺς ἡγούμενους καὶ τοὺς καλοπερασμένους καλόγερους, καὶ καταριέται τὴν κλίση του στὰ γράμματα ποὺ τὸν ἔκανε νὰ χάσει τὸν καιρό του γιὰ νὰ τὰ μάθει, καὶ δὲν κύτταξε νὰ μάθει καμμιὰ ἄλλη δουλειὰ ποὺ νὰ βγάζει χρήματα, ὥστε νὰ μὴν ψοφᾶ ἀπὸ πείνα. Ὡστόσο, ἀπὸ τὰ γραφόμενά του φαίνεται πὼς ἤτανε γουρσούζης, τεμπέλης, ἀπρόκοφτος, στριμμένος καὶ κακόγλωσσος. Τὰ λόγια του τὸν δείχνουνε σιχαμερὸν καὶ βρωμόγλωσσον.
Στὸν καιρό του περνοῦσε γιὰ πολὺ γραμματισμένος, γιατὶ εἶχε παραγεμισμένο τὸ ἄδειο κεφάλι του μὲ κάθε λογῆς διαβάσματα, ἀχώνευτα, ἀνακατεμένα, ὅπως κάνανε oι λογιώτατοι ἐκείνου τοῦ καιροῦ. Εἶχε γράψει πολλὰ συγγράμματα, πεζὰ καὶ ποιήματα, θεολογικά, φιλοσοφικά, ἱστορικά, ἀκόμα κι ἀστρονομικά. Μὰ τί τὸ ὄφελος, ἀφοῦ δὲν εἶχε μηδὲ κουκούτσι κρίση; Τὰ ποιήματά του, ποὺ εἴπαμε, εἶναι ἄτεχνα, ἀνόητα, παιδιακίσια, χωρὶς καμμιὰ σοβαρότητα, καὶ δὲν ἔχουνε μήτε λίγη ἀπὸ τὴ χάρη ποὺ ἔχουνε κάποια ἄλλα σατιρικὰ βυζαντινὰ ποιήματα, ὅπως εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔχει γιὰ τίτλο: «Γαϊδάρου, λύκου κι ἀλωποῦς, διήγησις χαρίεις».
Τὸ μονάχο καλὸ ποὺ ἔχουνε γιὰ μᾶς αὐτὰ τὰ ποιήματα τοῦ Φτωχοπρόδρομου, εἶναι τὸ ὅτι ἔχουνε θησαυρὸ ἀπὸ λέξεις τοῦ βυζαντινοῦ καιροῦ, πρὸ πάντων ἀπὸ φαγητά, ποὺ δείχνουνε πὼς τὰ ἴδια λόγια κρατήσανε ἴσαμε σήμερα σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ἑλλάδας.
Τὸ πρῶτο ποίημα ἀρχίζει μὲ κάποια ἐγχώρια γιὰ τὸν βασιλέα, ποὺ εἶναι τόσο δουλικὰ καὶ σιχαμερά, ποὺ νὰ ἀηδιάζει ὁ ἀναγνώστης. Γιὰ τὴν αὐλοκολακεία φτιάνει κάποιες ἀσουλούπωτες λέξεις, σὰν τό: «Κομνηνόβλαστε, τετραυγουστόμορφε» κι ἄλλα τέτοια.

Ἀφοῦ γεμίσει δυὸ φύλλα, μὲ τὶς σιχαμερὲς κολακεῖες του, ἀρχίζει τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς του: «Ἀπὸ μικρόθεν μ᾿ ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ μου, - τέκνον μου, μάθε γράμματα, ἂν θέλεις νὰ φελέσης. - Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον μου; Πεζὸς ἐπεριπάτει, - καὶ τώρα βλέπεις γέγονεν χρυσοφτερνιστηράτος. - Ὁ κόρφος του βουρβούριζεν ψείρας ἀμυγδαλάτας, - καὶ τώρα ἀπὸ ὑπέρπυρα γέμει τὰ μανολάτα (φλουριά)». Καθὼς φαίνεται, ὁ Φτωχοπρόδρομος τὶς ἤξερε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του τὶς ἀμυγδαλάτες ψεῖρες ποὺ βουρβουλιάζανε στὸν κόρφο του.
Τὸ λοιπόν, «ἔμαθε τὰ γραμματικά, πλὴν μετὰ κόπου πόσου!». Ἀλλὰ λέγει παρακάτω: «Ἀφοῦ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης, - ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ κύταλον καὶ ψύχαν. - Καὶ διὰ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν, - ὑβρίζω τὴν γραμματικήν, καὶ κλαίγω καὶ φωνάζω: - Ἀνάθεμαν τὰ γράμματα! Χριστέ, καὶ ποὺ τὰ θέλει! - Ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρόν, κι ἐκείνην τὴν ἡμέραν, - ὅπου μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ σκολιὸν ἐμέναν!». Καλύτερα, λέγει, νὰ μάθαινα μία τέχνη, νὰ γινόμουνα ράφτης. Γιατὶ ἂν μάθαινα «τὴν κλαποτήν», δηλαδὴ τὴ ραφτική: «Νὰ ἄνοιγα τὸ ἀρμάριν μου, νὰ τό ῾βρισκα γεμᾶτον - ψωμίν, κρασίν, πληθυντικὸν καὶ θυνομαγερίαν, - καὶ παλαμηδοκόμματα, καὶ τζίρους καὶ σκουμπρία, - παροῦ ὅτι τώρ᾿ ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους, - καὶ βλέπω χαρτοσάκκουλα γεμάτα τὰ χαρτία». Ὕστερα λέγει πὼς ἔχει ἕναν γείτονα μπαλωματή, «πετζοτῶν τάχα ψευδοτζαγγάρην, - πλὴν ἔνε καλοψουνιστής, ἔνε καὶ χαροκόπος (γλεντζές, χαρούμενος)». Κάθε πρωὶ λέγει στὸ τσιράκι του νὰ πάγει ν᾿ ἀγοράσει «χορδόκοιλα» (μεζέδες, κάτι σὰν κοκορέτσι), «-Φέρε καὶ βλάχικον τυρόν, ἄλλην σταμεναρέαν. - Καὶ δός του νὰ προγεύωμαι καὶ τότε νὰ πετζώνω». Πίνει καὶ κρασὶ βραστὸ μὲ πιπέρι, γιατὶ κάνει κρύο στὴν Πόλη. Καὶ σὰν ἔρθει τὸ μεσημέρι, «ρίπτει τὸ καλαπόδιν του, ρίπτει καὶ τὰ σανίδιν, - καὶ λέγει τὴν γυναίκα του: Κυρὰ καὶ θὲς τραπέζιν». Καὶ βάζουνε στὸ τραπέζι «μισὸν ἐκζεστόν, δεύτερον τὸ σφουγγᾶτον (ὀμελέτα),- καὶ τρίτον τὸ ἀκριόπαστον (παστὸ κρέας) ὀφθὸν ἀπὸ μερίου, καὶ τέταρτον μονόκυθρον (= μονόχυτρον, δηλαδὴ διάφορα φαγητὰ σὲ μία χύτρα), - πλὴν βλέπε νὰ μὴ βράζει (νὰ μὴν εἶναι ζεματιστό). - Ἀφοῦ δὲ παραθέσουσιν, καὶ νίψεται καὶ κάτζει. -Ἀνάθεμά με, Βασιλεῦ, καὶ τρισανάθεμά με! -Ὅταν στραφῶ καὶ ἴδω τὸν λοιπὸν τὸ πὼς καθίζει, - τὸ πὼς ἀνασκουμπώνεται νὰ πιάσει τὸ κουτάλιν, - καὶ δὲν τρέχουν τὰ σάλια μου, ὡς τρέχει τὸ ποτάμι. - Κι ἐγὼ ὑπάγω κι ἔρχομαι πόδας μετρῶν τῶν στίχων. -Εὐθὺς ζητῶ τὸν ἴαμβον, γυρεύω τὸν σπονδεῖον, - γυρεύω τὸν πυρρίχιον καὶ τὰ λοιπὰ τὰ μέτρα, - ἀλλὰ τὰ μέτρα ποὺ φελοῦν στὴν ἄμετρόν μου πείναν;».
Ὁ καημένος ὁ λιμασμένος Φτωχοπρόδρομος, ἀπὸ τὴν πείνα του τοὺς βλέπει ὅλους σὰν λούκουλους παραχορτασμένους καὶ τὰ παραλέγει, ὅπως κάνει μὲ τὰ συμπόσια τοῦ φτωχοῦ τοῦ μπαλωματῆ.
Παρακάτω λέγει πὼς μετάνοιωσε γιατὶ δὲν ἔγινε χαμάλης, νὰ τρώγει καὶ νὰ πίνει καλά. Ὕστερα στεναχωριέται γιατὶ δὲν ἔγινε περιβολάρης: «Κηπουρικὴν πολύκαρπον ν᾿ ἀργαζόμουν τὴν τέχνην, - συκίτζια καὶ ροδάκινα, ροδίτζια, μυγδαλίτζια, - δαμασκηναπιδόμηλα, δαμάσκηνα κροκάτα, - τὰ λέγουν ἀνατολικά, τὰ λέγουν λαγωνάτα, - καὶ τἄλλα τὰ τῶν κηπουρῶν σκόρδα καὶ κρομμυδίτζια, - ματζάνες (μελιτζάνες), λαχανόγουλα, κραμπιὰ καὶ σευκλογούλια».
Κι ἀφοῦ πεῖ κι ἄλλα πολλὰ παρόμοια, φωνάζει: «Πείνα μου, πάλιν πείνα μου, καὶ δεύτερον σὲ γράφω». Στὸ τέλος λέγει πὼς πέρασε ἀπὸ ἕνα χασάπικο ποὺ εἶχε παχειὰ κρέατα, κι ἡ τζίκνα τὸν ζάλισε καὶ μπῆκε μέσα. «Ἐκεἷβρα κρέας καὶ ψήνασιν σουγλιταρέαν μεγάλην. - Τοῦ μακελλάρη τὴν γυνὴν ἠρξάμην κολακεύειν. - Κυρά, κυρὰ μαστόρισσα, κυρὰ χορδοκοιλίστρα. -καὶ μουτλογατανόσκουφε γυνὴ τοῦ μακελλάρη, - δός με ὀλίγον ἔντερον, δός με δαμὶν μαστάριν. - ... ἐκ τὴν λαπάραν σου, ἐξαύτην τὴν βαστάζεις». Κι ἐκείνη ἡ παλιογυναίκα προσποιήθηκε πὼς τὸν λυπήθηκε καὶ τὸν κάθησε στὸ τραπέζι, ὡς ποὺ σὲ μία στιγμὴ ποὺ καθότανε ἀνύποπτος, τὸν περίχυσε, τὸν δυστυχῆ, μ᾿ ἕναν πατσᾶ, καὶ τὸν ἔκανε ἐλεεινόν, βρώμισε καὶ τὴν κάπα του ποὺ τὴν εἶχε μοναχοκόρη.
Κι ἀρχίζει τὸ μοιρολόγι τῆς κάπας του: «Κάπα μου, πάλιν κάπα μου, παλιοχαρβαλωμένη, - κάπα μου, ὅταν σ᾿ ἔθηκεν ἡ βλάχα νὰ σὲ φάνει, - πολλὰ δάκρυα σὲ γέμισεν καὶ στεναγμοὺς μεγάλους. - Ἐσὲν ἔχω γιὰ πάπλωμαν, κάπα κι ἀπανωφόριν,- ἐσέναν καὶ πουκάμισον, ἐσέν᾿ ἐπιβαλτάριν».
Ὕστερα ἀπὸ τo πάθημά του πηγαίνει στὸ σπίτι του, «τὸ σπίτιν τὸ παλαιόσπιτον τὸ καινουργιοχαλασμένον. - Νυστάζω, πέφτω τάχα τε, τυλίγομαι τὴν κάπαν. - Κοιμοῦμ᾿ ὡς τὸ μεσάνυκτον, καὶ ἄκου τί παθαίνω. - Ἐμπλέκονται μ᾿ οἱ ψεῖρες μου ἄνωθεν ἕως κάτω, - καὶ βάνω τὸ χερίτζιν μου, συντρίβω καὶ τζακίζω, - εὐγάνω τ᾿ ὁλοκόκκινον, νάπες βαφέαν ὁμοιάζω».
Μ᾿ αὐτὲς τὶς σιχαμερὲς ἱστορίες τελειώνει τὸ πρῶτο ποίημα τοῦ Φτωχοπρόδρομου. Στὸ δεύτερο κακολογᾶ τοὺς γούμενους τῶν μοναστηριῶν καὶ τοὺς ἄλλους καλόγερους ποὺ καλοπερνούσανε, γιὰ τοῦτο ἔχει τὴν ἐπιγραφή: «Κατὰ ἡγουμένων».
Ἀρχίζει πάλι μὲ τὴν κλάψα: «Καὶ γὰρ ἀγράμματος εἰμὶ καὶ νέος ρακενδύτης, - καὶ μοναχὸς τῶν εὐτελῶν τῶν ἀποκαθισμένων, - καὶ τὴν ἰσχὺν ἐπίσης τε μύρμηκος κεκτημένος». Κι ἀρχίζει νὰ λέγει τὴ δική του τὴ φτώχεια ἀπὸ τόνα μέρος καὶ τὴν καλοπέραση τῶν ἡγουμένων ἀπὸ τ᾿ ἄλλο: «Αὐτὸς ἔχει κἂν τέσσαρα λαμπρὰ κρεβατοστρώσια, - καὶ σὺ κοιμᾶσαι στὸ ψαθὶν καὶ γέμεις καὶ τὰς ψείρας. - Αὐτὸς ψουνίζει πάντοτε λαβράκια, φιλομήλας (φαγκριά), καὶ σὺ ποτὲ οὐκ ἠγόρασας κἂν τορνεσίου χαβιάριν». «Καὶ σἦλθες ἀνυπόδετος καὶ δίχα ὑποκαμίσου, - καὶ τὸ βρακίν σου φαίνετον ἀπὸ πενήντα τρύπας».
Ὕστερα ἀραδιάζει τὰ φαγητὰ ποὺ μπαίνουνε στὰ γουμενοτράπεζα: «Καὶ τὶς ὑποίσει καθορῶν τὰ πλήθη τῶν ἰχθύων, - τῶν ἡγουμένων ἔμπροσθεν προκείμενα συνήθως; - Πρῶτον διαβαίνει τὸ ἔκζεστον ψησόπουλον τουρδᾶτον (φουσκωτὸ ψητό), - καὶ δεύτερον ἀκρόβραστον μαζεῖ (στῆθος) ἀρβαλιασμένον (ψιλοκομμένον), - καὶ τρίτον ὀξυνόγλυκος κροκάτη μαγειρία, - ἔχουσα στάχος σύγουρδον καριόφυλλον τριψίδιν (μὲ μυρουδικὰ καὶ μὲ τριμμένο μοσχοκάρφι), - ἀμανιτάριν ὄξος τε, καὶ μέλιν ἐκ τῶν τ᾿ ἀκάπνην (μέλι ἄκαπνο) - καὶ μέσα κεῖται κόκκινος μεγάλη φιλομήλα (φαγκρί), - καὶ κέφαλος τρισπίθαμος αὐγάτος ἐκ τὸ ρύζιν (ἀπὸ τὸ μπουγάζι), - καὶ συναγρίδα πεπανὴ (παχειά), ὦ θεέ μου, μαγειρία!», κι ἄλλα πολλὰ ἀραδιάζει ὁ λαίμαργος Φτωχοπρόδρομος, ποὺ δὲ μποροῦνε νὰ τὰ φᾶνε μήτε δέκα ἄνθρωποι.
Καὶ πάλι παρακάτω λέγει τὸν ἀναβαλλόμενο γιὰ τοὺς ἡγουμένους: «Ἐκεῖνοι τὰ νομίσματα συνάγουσιν ἀπλήστως, - ἡμᾶς δὲ κατηχίζουσι περὶ φιλαργυρίας. - Ἐκεῖνοι τὰ λαβράκια καὶ τοὺς τρανοὺς κεφάλους, - ἠμεῖς δὲ τὸ βρωμόκαπνον ἐκεῖνο τὸ ἁγιοζούμιν (ἕνα νερόπλυμα μὲ βρασμένα κρομμύδια). - Ἐκεῖνοι τὰ γοφάρια, τὶς ἴσχας, τὰ ψησία, - ἠμεῖς δὲ πάλιν τρώγομεν ἐκεῖνο, πῶς τὸ λέγουν;...». Καὶ σὰν παραπονεθεῖ, τοῦ λένε πὼς εἶναι ἀπὸ φτωχὸ σόγι, «καλογερίτζιν ταπεινὸν ὑπάρχεις ἐκ τὸ Μήλιν, - ψωριάρικον, κιτρινιάρικον, γυμνόν, ἀπολεσμένον, - γαδούριν παλαιόπληγον, ὀρνίθιν κορυντζάριν (κορυζάρικο)».
Στὸ τέλος πιάνει πάλι τὰ ἐγκώμια καὶ τὶς κολακεῖες στὸ βασιλιά, ποὺ τὸν λέγει: «τὸν Μανουὴλ τὸν Κομνηνόν, τὸν τῆς πορφύρας γόνον, - τὸν πύργον τῆς Ἀνατολῆς, τῆς Δύσεως τὸ δόρυ».
Τὰ ποιήματα τοῦ Φτωχοπρόδρομου εἶναι κακότεχνα καὶ κακορίζικα, ἀλλὰ μέσα σ᾿ αὐτὰ βρίσκει κανένας θησαυρὸ ἀπὸ λόγια, ποὺ πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ βρίσκουνται στὸ στόμα τοῦ λαοῦ ὡς τὰ σήμερα. Βάζω παρακάτω λίγα ἀπ᾿ αὐτά: παπάς, κάτα (ἔτσι λένε σήμερα τὴ γάτα σὲ κάποια μέρη), μελιτζάνες, λαβράκια, παλαμίδες, παλαμιδοκόμματα, σκουμβριά, σκουμπροπαλαμιδοκόμματα, γοφάρια, συναγρίδες, σαβρίδια, μουροῦνες, χτένια, σουλῆνες (καὶ τὰ δυὸ εἶναι θαλασσινὰ μαλακόστρακα, ποὺ τὰ πιὸ φημισμένα ἤτανε τῆς Μυτιλήνης, καὶ τώρα εἶναι τοῦ Ἀϊβαλιοῦ), παγούρια (τὰ σημερινὰ παβούρια, μεγάλα νόστιμα καβούρια), ξύδι, βλησκούνι (ἡ λεγόμενη μέντα), φάβα, ἀρκουδίζω (περπατῶ μὲ τὰ τέσσερα, ὅπως κάνουνε τὰ παιδιά· ἔτσι λέγανε στὴ Μ. Ἀσία, ἐνῷ ἐδῶ λένε μπουσουλῶ), ξυνάγαλον, ἀθότυρον (ὅπως τὸ λένε στὴν Κρήτη), κι ἄλλα. Βρῆκα καὶ τὴ λέξη σακολέβα, ποὺ λέγανε μ᾿ αὐτὴ τὸ παλιόρασο, ἐνῷ σακολέβες λέγανε ὡς προχτὲς κάτι καΐκια ἀνατολίτικα, ἴσως γιατὶ ἤτανε φτωχοκάϊκα.



Συλλογή: Μυστικὰ Ἄνθη.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

LHC, "η συνάντηση με τον Θεό"

Σήμερα "η συνάντηση με τον Θεό".

Έτσι ονόμασαν αρκετοί το πείραμα στη Γενεύη...
Ο LHC (Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων) θα ανοίξει ένα νέο παράθυρο στο Σύμπαν με μια «αναπαράσταση» της Μεγάλης Έκρηξης. Κύριος στόχος των πειραμάτων είναι να διερευνήσουν κατά πόσο ισχύει το Καθιερωμένο Μοντέλο της σωματιδιακής φυσικής και μεταξύ άλλων, ο LHC είναι αρκετά πιθανό να παράξει το μυστηριώδες «μποζόνιο του Χιγκς», γνωστό και ως «Σωματίδιο του Θεού», ένα σωματίδιο του Καθιερωμένου Μοντέλου που εξηγεί γιατί ορισμένα σωματίδια έχουν μάζα, ενώ άλλα όχι.

Γιατί συνάντηση με το Θεό και όχι συνάντηση με το μεγαλύτερο δώρο Του, το ανθρώπινο μυαλό;
Γιατί να μην ονομάσουμε αυτό το πείραμα "αναμέτρηση με τις γνώσεις και τις θεωρίες μας"; Κι αλήθεια, έχει ενδιαφέρον, μετά να αναλογιστούμε πόσο μεγάλοι και πόσο μικροί νιώσαμε μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της δημιουργίας.

Κάποτε, κάπου αλλού, θέλησαν να ανοίξουν ακόμη ένα παράθυρο στον ουρανό. Με οίηση και υπεροψία.

ΚΑΙ ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι. 2 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κινῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ ἀνατολῶν, εὗρον πεδίον ἐν γῇ Σενναὰρ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ. 3 καὶ εἶπεν ἄνθρωπος τῷ πλησίον αὐτοῦ· δεῦτε πλινθεύσωμεν πλίνθους καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί. καὶ ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος εἰς λίθον, καὶ ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς ὁ πηλός. 4 καὶ εἶπαν· δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλὴ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ποιήσωμεν ἑαυτοῖς ὄνομα πρὸ τοῦ διασπαρῆναι ἡμᾶς ἐπὶ προσώπου πάσης τῆς γῆς. 5 καὶ κατέβη Κύριος ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον, ὃν ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων. 6 καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ γένος ἓν καὶ χεῖλος ἓν πάντων, καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ᾿ αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν. 7 δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον. 8 καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐκεῖθεν ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐπαύσαντο οἰκοδομοῦντες τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον. 9 διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτῆς Σύγχυσις, ὅτι ἐκεῖ συνέχεε Κύριος τὰ χείλη πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖθεν διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.
(Γένεσις, 11)

Ας σταθούμε με σεβασμό και φιλοσοφημένη διάθεση απέναντι στο νέο παράθυρο.
Που περιμένουμε να δούμε πολλά, ίσως όμως και τίποτα.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Ὅσιος Συμεὼν ὁ Στυλίτης

Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες θρησκευτικές προσωπικότητες των πρώτων Χριστιανικών αιώνων είναι ο άγιος Συμεών Στυλίτης. Οι ακραίες πρακτικές του σηματοδότησαν το κίνημα του χριστιανικού ασκητισμού και συνέβαλαν στην ορισμό του ως προτύπου αγιότητας την περίοδο εκείνη.
Γεννήθηκε στήν κώμη Σισάν της Αντιόχειας. Οι γονείς του ήταν φτωχοί βοσκοί. Επί Λέοντος του Μεγάλου (457-474), όταν Πατριάρχης ήταν ο Μαρτύριος, αναχώρησε για το μοναστήρι της Μάνδρας, όπου έμεινε μιά ολόκληρη δεκαετία. Μετά από τριετή παραμονή στήν κώμη Τελάνισο, αποφάσισε να γίνει στυλίτης και ασκήθηκε με τον τρόπο αυτό επί 47 έτη.

Ὅσιος Συμεὼν ὁ Στυλίτης

Ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ καθηγητοῦ Ἰ.Μ. Φουντούλη δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς Ἱ.Μ.Μυτιλήνης «Ὁ Ποιμήν», τ. ΝΖ´ (1992), σελ. 223‐227 καὶ σὲ τόμο ποὺ εξέδωσε ἡ Ιερὰ Μητρ. Μυτιλήνης μὲ τίτλο «Ἁγιολογικὰ Μελετήματα Α´» (Μυτιλήνη 1997)

Ὁ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Συμεὼν ὁ Στυλίτης εἶναι ἀναμφιβόλως μιὰ μεγάλη καὶ ἰδιόρρυθμη ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα. Τὰ δυὸ αὐτὰ χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, ἡ μεγαλοσύνη καὶ ἡ ἰδιορρυθμία, ἔφεραν σὲ δυσχερή θέση τοὺς κατὰ καιροὺς βιογράφους του καὶ τοὺς ἐγκωμιαστές του. Καὶ τοῦτο, πρῶτο, γιατὶ ἦταν καὶ εἶναι στοὺς πολλοὺς ἀπίστευτα τὰ ἀσκητικά του κατορθώματα καί, δεύτερο, γιατὶ εἶναι δύσκολος ὁ τρόπος τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ μεγάλου θέματος τῆς προβολῆς του ὡς παραδείγματος πρὸς μίμηση στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Πράγματι ἡ ἀσκητικὴ πολιτεία τοῦ Συμεὼν ξεπερνᾶ κάθε μέτρο ὄχι μόνο της κοινῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ πιὸ ἀπολύτου τρόπου ἀρνήσεως τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀγαθῶν του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Παρὰ ταῦτα, ἢ ἀκριβῶς γι᾿ αὐτά, ἡ Ἐκκλησία ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ προβάλλει τὸ παράδειγμα του, τοποθετώντας μάλιστα τὴ μνήμη του στὴν ἀρχή, στὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους σὰν ἀφετηρία καὶ ὑψηλὸ δείκτη τῆς κατὰ Χριστὸν πολιτείας, ποὺ μπορεῖ μὲ ἐπιτυχία νὰ συναγωνισθεῖ μὲ τὴν ἀγγελικὴ τελειότητα.
Τὸν βίο, τὴν πολιτεία καὶ τὴν ὑπὲρ φύσιν ἄσκηση τοῦ ὁσίου Συμεών μᾶς διηγοῦνται ὄχι μόνο μεταγενέστερες πηγὲς καὶ συναξάρια, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι ἡ χρονικὴ ἀπόσταση καὶ ἡ φήμη εὐνόησαν τὴν ἀλλοίωση τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας καὶ μεγαλοποίησαν τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ ἀπόλυτα ἀξιόπιστες πηγές, ποὺ γράφηκαν ὅταν ἀκόμα ζοῦσε ὁ ἅγιος ἢ ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του. Συγγραφεῖς τους εἶναι σοβαροὶ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες, ὁ ἐπίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος καὶ ὁ μαθητὴς τοῦ ὁσίου Συμεὼν μοναχὸς Ἀντώνιος. Ὁ πρῶτος τοῦ ἀφιερώνει εἰδικὸ κεφάλαιο στὴν «Φιλόθεο Ἱστορία» του, πρὶν ἀκόμα κοιμηθεῖ ὁ Συμεών, καὶ ὁ δεύτερος, ἔγραψε τὸ Βίο του λίγο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὁσίου. Οἱ πληροφορίες καὶ τῶν δυὸ συμπίπτουν ἀπόλυτα. Εἶδαν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια τὸν ὅσιο, ἔζησαν μαζί του, ἄκουσαν τὴ διδασκαλία του, μίλησαν μαζί του, γνώρισαν τὰ ἀσκητικά του παλαίσματα καὶ χρημάτισαν αὐτόπτες μάρτυρες τῶν πολλῶν θαυμάτων ποὺ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τελοῦσε. Ἂν ὅλα αὐτὰ φαινόταν τότε καὶ φαίνονται καὶ σήμερα ἀπίστευτα καὶ ὑπεράνθρωπα, ἡ ἱστορία, βασισμένη στὴν αὐτοψία τῶν μαρτύρων, βεβαιώνει πὼς εἶναι ἀληθινά. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἱστορικότητά τους. Τὸ παράδοξο στὴν περίπτωση τοῦ Συμεὼν εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Συμεών, ὁ «οὐράνιος ἄνθρωπος» καὶ ὁ «ἐπίγειος ἄγγελος» (αὐτόμελο στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ της 1ης Σεπτεμβρίου), ὁ ἀσώματος ἄνθρωπος καὶ ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος.
Γεννήθηκε στὴ Σεσάν (Sisan ἢ Sis), χωριὸ κοντὰ στὴ Νικόπολη στὰ σύνορά της Συρίας καὶ Κιλικίας, ἐπὶ Λέοντος τοῦ Μεγάλου, γύρω στὰ 389 μ.Χ. Γράμματα δὲν ἔμαθε καὶ ζοῦσε βόσκοντας τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὅταν ἄκουσε κάποτε νὰ διαβάζεται στὴν ἐκκλησία ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή τῶν μακαρισμῶν καὶ πληροφορήθηκε ὅτι οἱ μοναχοὶ ἀκολουθοῦν τὸν ἀσφαλέστερο δρόμο γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς ἐν Χριστῷ τελειότητας καὶ μακαριότητας, ἐγκατέλειψε τὰ πάντα κι ἀκολούθησε τὸ ἐπίπονο μοναχικὸ πολίτευμα. Ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια ὡς ἀναχωρητὴς καὶ σὲ κοινόβιο καὶ πάλι σὰν ἐρημίτης γιὰ νὰ καταλήξει στὸν χῶρο ὅπου μόνιμα στὸ ἑξῆς παρέμεινε, στὴν Τελανισό (Tellnesin).
Ἀφοῦ δοκίμασε ὅλους τους τρόπους τῆς ἀσκήσεως, τὰ δεσμά, τὸν ἐγκλεισμό, τὴν ἀδιάλειπτη στάση, τὴν ἐξουθενωτικὴ νηστεία, τὴν ἀκατάπαυστη προσευχή, τελικὰ ἐφεῦρε ἕνα νέο τύπο ἀσκήσεως καὶ κατακόρυφης ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὸν κόσμο, τὸν στύλο, ποὺ τοῦ ἔδωσε καὶ τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ἔμεινε γνωστὸς στὴν ἱστορία: «Στυλίτης». Κατασκεύασε στύλο, ποὺ βαθμηδὸν τὸν ἔκανε ὑψηλότερο, μέχρι ποὺ ἔφθασε τοὺς σαράντα πήχεις. Ἐπάνω στὸ στύλο ἔζησε σαρανταπέντε ὁλόκληρα χρόνια. Ἔχοντας σὰν μόνη προστασία τὸ δερμάτινο χιτώνα καὶ τὸ κουκούλιό του, ἐκτεθειμένος σʹ ὅλες τὶς μεταβολὲς τῶν καιρῶν, στεκόμενος διαρκῶς ὄρθιος μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα σὲ προσευχή, τρώγοντας ἐλάχιστα, κοιμώμενος σχεδὸν καθόλου. Ἡ συνεχὴς ὀρθοστασία καὶ ἡ σκληρὴ ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ προξένησαν πληγὲς στὰ πόδια, ἀλλὰ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐγκαρτέρηση τοῦ ἁγίου δὲν εἶχαν ὅρια. Ποτὲ δὲν γόγγυσε γιὰ τὰ παθήματά του, ποτὲ δὲν διέκοψε τὸ καθημερινὸ πνευματικὸ του πρόγραμμα. Ὅλη τὴ νύχτα προσευχόταν καὶ τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας τὸ μοίραζε μεταξὺ προσευχῆς καὶ διδασκαλίας πρὸς τὸ λαό. Δυὸ φορὲς τὴν ἡμέρα δίδασκε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στὰ πλήθη ποὺ συνέτρεχαν ἀπὸ κοντινά, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολὺ μακρινὰ μέρη γιὰ νὰ τὸν ἰδοῦν καὶ νὰ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του, νὰ ζητήσουν τὴ συμβουλή του καὶ νὰ θεραπευθοῦν ἀπὸ τὰ ψυχικὰ καὶ σωματικὰ τοὺς νοσήματα. Δίδασκε ἁπλὰ καὶ πρακτικά.
Συμβούλευε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀγαποῦν καὶ νὰ φοβοῦνται τὸν Θεό, νὰ μὴ προσκολλῶνται στὰ πρόσκαιρα ἀγαθά, νὰ θυμοῦνται τὴν κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν, νὰ ἀγαποῦν καὶ νὰ βοηθοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ φέρονται δίκαια στὶς συναλλαγὲς μεταξύ τους, νὰ μὴν ὁρκίζονται καὶ νὰ φυλάττουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ἄκουε μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση τὰ προβλήματά τους, συμβίβαζε τὶς διαφορές τους, γιάτρευε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τὶς ἀσθένειές τους. Γιατί ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε δώσει πλούσια τὴ χάρη νὰ θαυματουργεῖ καὶ νὰ θεραπεύει τὰ ψυχικὰ καὶ σωματικὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του, τῆς διδασκαλίας του, τῶν θαυμάτων καὶ τῆς ὑπεράνθρωπης ἀσκήσεως καὶ διαγωγῆς τοῦ εἶχαν φθάσει στὰ πέρατα τοῦ κόσμου. Προσέτρεχαν πρὸς αὐτὸν καθημερινὰ ἀναρίθμητα πλήθη λαοῦ, κάθε ἡλικίας καὶ τάξεως, ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Συρίας, τῆς Παλαιστίνης, τῆς Ἰβηρίας, τῆς Περσίας, τῆς Ἀρμενίας, τῆς Αἰγύπτου, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴ μακρινὴ Δύση, τὴν Ἰταλία, τὴ Ρώμη, τὴ Γαλατία, τὶς Βρεταννικὲς νήσους, τὴν Ἱσπανία. Ὁ ποιητὴς τοῦ κανόνος του ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς μιλᾶ γιὰ «Πέρσες, Αἰθίοπες, Ἰνδούς, Σκύθες καὶ Ἄραβες», ποὺ γνώρισαν τὴν πνευματική του σοφία καὶ δόξασαν τὸν Χριστὸ (ᾠδὴ α´, τροπάριο β´). Πράγματι, τὰ ἀποτελέσματα τῆς διδασκαλίας του καὶ τοῦ φωτεινοῦ παραδείγματός του ὑπῆρξαν θεαματικά. Εἰδωλολάτρες γινόταν χριστιανοί, αἱρετικοὶ μεταστρεφόταν στὴν ὀρθοδοξία, ἄπιστοι πίστευαν καὶ οἱ πιστοὶ στηριζόταν στὴν πίστη καὶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Ὅλα αὐτὰ τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων τὰ δεχόταν ὁ Συμεὼν μὲ ἄπειρη ἀγάπη καὶ ταπείνωση, μὲ διάκριση καὶ φιλικότητα καὶ ἔδειχνε στοργικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ προβλήματα τοῦ καθενός. Ἡ ὑπερκόσμια διαγωγή του καὶ ἡ ὑπεράνθρωπη ἄσκησή του δὲν τὸν ἔκαναν ἀπόκοσμο καὶ σκληρό, ἀλλά «πρᾷον καὶ ταπεινὸν τῇ καρδίᾳ» ὡς μιμητὴ τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. ια´ 20. Α´ Πέτρ. β´ 9), τέλειον στὴν κατὰ Θεὸν πολιτεία καὶ ἀληθινὰ ἀναγεννημένον ἄνθρωπο, γεμάτο χάρη καὶ Πνεῦμα ἅγιο. Δὲν ἀνέβηκε στὸ στύλο ἀπὸ μίσος πρὸς τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Συμεὼν δὲν κατέβηκε ζωντανὸς ἀπὸ τὸ στύλο. Τὸν κατέβασαν νεκρὸ μετὰ τὴν μακαρία κοίμηση του (459 μ.Χ.). Μὲ συνδρομὴ ἄπειρου λαοῦ τὸ σῶμα του μεταφέρθηκε στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀπετέθη στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Κασσιανοῦ. Λίγο χρόνο μετὰ κατετέθη στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας, ὅπου συνέτρεχαν πλήθη πιστῶν καὶ λάμβαναν χώρα ἀναρίθμητα θαύματα. Ὁ τόπος τῆς ἀσκήσεώς του στὴν Τελανισὸ καὶ ὁ στύλος του ἦταν ἐπὶ αἰῶνες πόλος ἕλξεως πλήθους προσκυνητῶν. Τὸ μαρτυροῦν ἀκόμη καὶ σήμερα τὰ ἐρείπια τῶν τεσσάρων τεραστίων βασιλικῶν, ποὺ χτίσθηκαν ἐκεῖ λίγο μετὰ τὸ θάνατό του. Στὸ κέντρο του σὲ σχῆμα σταυροῦ συγκροτήματος ὑπῆρχε ‐ καὶ ὑπάρχει ἀκόμα ‐ ὁ στύλος τοῦ Συμεών.
Στὸν ὅσιο πατέρα μας Συμεὼν ἀπευθύνονται τρία ὡραιότατα τροπάρια, στιχηρὰ τοῦ ἑσπερινοῦ της μνήμης του, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα ὑμνογραφήματα ποὺ ἔχουν συντεθεῖ πρὸς τιμήν του. Ἔχουν ὡς θέμα τὸ στύλο, ποὺ ἦταν τὸ ἱερὸ σύμβολο τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς θαυμαστῆς πολιτείας τοῦ ὁσίου καὶ τὸ ὁρατὸ σημεῖο τῆς ἀδιάλειπτης καὶ μετὰ θάνατον παρουσίας του. Πρέπει νὰ τὰ ἔχει γράψει ἐντόπιος ὑμνογράφος.
Στὸ πρῶτο παραβάλλει τὸ στύλο μὲ τὸ πύρινο ἅρμα τοῦ προφήτου Ἠλία καὶ τὸν βρίσκει ὑπεροχώτερο. Ὁ Ἠλίας χρησιμοποίησε τὸ ἅρμα τοῦ πυρὸς γιὰ νὰ ἀνέβει «ὡς εἰς οὐρανόν»· δὲν τὸ ἄφησε ὅμως κληρονομιὰ σὲ ἄλλους γιὰ νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Ὃ Συμεὼν «ἔφευρε» καλὴν κλίμακα, τὸ στύλο, μὲ τὴν ὁποία ἀνέβηκε στὰ ὕψη τῆς θείας ζωῆς. Σʹ ἀντίθεση ὅμως μὲ τὸν Ἠλία ἄφησε τὸ στύλο, ἀνοιχτὸ δρόμο μιμήσεως καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους: «καὶ μετὰ θάνατον ἔχει τὸν στύλον του».
Στὸ δεύτερο τροπάριο ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος φαντάζεται τί θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς διηγηθεῖ ὁ στύλος ἂν μποροῦσε νὰ μιλήσει. Ἀκατάπαυστα θὰ διηγόταν «τοὺς πόνους, τοὺς μόχθους, τοὺς ὀδυρμούς», τοὺς ποταμοὺς τῶν δακρύων ποὺ σὰν δένδρο διαρκῶς τὸν πότιζαν, τὴν ὑπομονὴ τοῦ νέου ʹΙώβ, ποὺ «ἐξέστησαν ἄγγελοι, ἐθαύμασαν ἄνθρωποι, δαίμονες ἔπτυξαν».
Στὸ τρίτο τροπάριο φθάνει στὸ ἀποκορύφωμα. Παραβάλλει τὸν Συμεὼν πρὸς τὸν Δεσπότη Χριστὸ καὶ τὸ στύλο μὲ τὸν Τίμιο σταυρό. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μιμούμενος τὸν Κύριό του ὁ Συμεὼν ἀνέβηκε στὸν στύλο σὰν σὲ σταυρό. Ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ σταυρὸ ἐξάλειψε τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν ὅλου του κόσμου· ὁ Συμεὼν στὸ στύλο κατέλυσε τὴν ἐπανάσταση τῶν παθῶν. Ὁ Χριστὸς θυσιάστηκε σὰν πρόβατο· ὁ Συμεὼν σὰν ἱερὸ σφάγιο. Ἐκεῖνος στὸν σταυρό· ὁ Συμεὼν στὸν στύλο.
Ἦχος πλ. α´. Αὐτόμελον.
Ὅσιε Πάτερ, καλὴν ἐφεῦρες κλίμακα, δι᾿ ἧς ἀνῆλθες ἐν τῷ ὕψει, ἣν εὗρεν Ἠλίας ἅρμα πυρός· ἀλλ᾿ ἐκεῖνος μὲν τὴν ἄνοδον ἄλλοις οὐκ ἔλιπε, σὺ δὲ καὶ μετὰ θάνατον ἔχεις τὸν στύλον σου, Οὐράνιε ἄνθρωπε, ἐπίγειε ἄγγελε, φωστὴρ ἀκοίμητε τῆς οἰκουμένης, Συμεὼν Ὅσιε, πρέσβευε τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ὅσιε Πάτερ, εἰ ἦν τὸν στύλον φθέγξασθαι, οὐκ ἂν ἐπαύσατο βοῶν σου, τοὺς πόνους τοὺς μόχθους τοὺς ὀδυρμούς· ἀλλ᾿ ἐκεῖνος ἐβαστάζετο, εἴπερ ἐβάσταζεν, ὡς δένδρον πιαινόμενος ἐκ τῶν δακρύων σου· ἐξέστησαν Ἄγγελοι, ἐθαύμασαν ἄνθρωποι, δαίμονες ἔπτηξαν τὴν ὑπομονήν σου. Συμεὼν Ὅσιε, πρέσβευε τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ὅσιε Πάτερ, δυνάμει θείου Πνεύματος, τὸν σὸν μιμούμενος Δεσπότην, ἐν στύλῳ ἀνῆλθες ὡς ἐν σταυρῷ· ἀλλ᾿ ἐκεῖνος τὸ χειρόγραφον πάντων ἐξήλειψε, σὺ δὲ τὴν ἐπανάστασιν τῶν παθῶν ἔλυσας· ἐκεῖνος ὡς πρόβατον, καὶ σὺ ὥσπερ σφάγιον, ἐκεῖνος ἐν σταυρῷ, καὶ σὺ ἐν τῷ στύλῳ. Συμεὼν Ὅσιε, πρέσβευε τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Τὸ παράδειγμα τοῦ Συμεὼν βρῆκε διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἀρκετοὺς μιμητές, ἡρωικὲς ψυχὲς ποὺ θέλησαν κατὰ γράμμα νὰ ἀκολουθήσουν τὰ ἴχνη του. Εἶναι οἱ ὅσιοι Στυλῖτες, ὁ Συμεὼν ὁ Θαυμαστορείτης, ὁ Συμεὼν ὁ Μυτιληναῖος, ὁ Δανιήλ, ὁ Λουκᾶς. Τοὺς τιμᾶ ὡς ἅγιους ἡ Ἐκκλησία, γιατί ποτὲ δὲν ἀπέκλεισε τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς καὶ τῶν πιὸ ἀκραίων τρόπων ἀσκήσεως, ὅπως ὁ στυλιτικὸς βίος, ἂν γίνονται μὲ ταπείνωση καὶ ἀγάπη, γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στηριγμὸ τοῦ λαοῦ Του.
Τὴν ἐσταυρωμένη ὅμως ζωὴ τοῦ Συμεὼν καὶ «τὸν ἄμεμπτον βίον» του (οἶκος α´ τοῦ κοντακίου) προβάλλει πάντοτε ἡ Ἐκκλησία πρὸς ὅλους τους πιστοὺς σὰν τέλειο ὑπόδειγμα ὑπομονῆς, ἀσκήσεως καὶ ἀρνήσεως τῶν ἀγαθῶν τοῦ πρόσκαιρου αὐτοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Στὴν κάθε ἐποχή, ἀλλὰ ἰδιαίτερα στὴν ἰδική μας ποὺ θεοποίησε τὸν κόσμο καὶ τὶς ἡδονές του, ὁ ὅσιος Συμεὼν μὲ τὸν στύλο ‐ σταυρό του μας δείχνει τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ πρὸς τὸ ὑπέρτατο ἀγαθό, τὸν Θεό. Μὲ τὴν ἡρωικὴ ἄσκηση του στὸ στύλο ὑπογραμμίζει πόσο πιὸ δυνατὴ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ κόσμου καὶ πὼς μπορεῖ ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπος, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία του, νὰ ὑπερβεῖ τὴν φύση του, νὰ νικήσει τὸν κόσμο καὶ νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸν Θεό.
Στὸν ὅσιο Συμεὼν τὸν ἀρχαῖο Στυλίτη εἶναι ἀφιερωμένος ὁ γνωστὸς παλαιὸς ἐνοριακὸς ναὸς τῆς πόλεως Μυτιλήνης. Εἶναι πολὺ πιθανὸν ὅτι ὁ ναὸς αὐτὸς ἀρχικὰ εἶχε κτισθεῖ πρὸς τιμὴν τοῦ ὁμωνύμου του Λεσβίου Στυλίτου, τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἁγίους ἀδελφούς, ποὺ ἔζησαν κατὰ τὴν δευτέρα φάση τῆς εἰκονομαχίας καὶ διέπρεψαν σὲ ἀσκητικοὺς ἀγῶνες καὶ ἀναδείχθηκαν ἀληθινοὶ ὑπέρμαχοι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἀπὸ τὸ 1969 καθιερώθηκε ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ἰάκωβο Κλεόμβροτο ὁ συνεορτασμὸς τῶν δυὸ Στυλιτῶν, τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ Λεσβίου, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ πρώτου, τὴν 1η δηλαδὴ Σεπτεμβρίου. Γι᾿ αὐτὸν τὸν Λέσβιο Συμεὼν Στυλίτη καὶ τοὺς ἀδελφούς του Δαβὶδ καὶ Γεώργιο γίνεται ἐκτενῶς λόγος στὴν ἑπομένη, ὑπ᾿ ἀριθμ. 6 μελέτη.

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΔΙΑΒΑΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Συνολικές προβολές σελίδας

FeedBurner FeedCount

Μ.


MusicPlaylistView Profile
Create a playlist at MixPod.com