Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Ταρζάν κι η αβωνιάρα

Μονάκριβο τον είχαν. Και δε του χάλαγαν χατίρια. Ό,τι ήθελε ο μοναχογιός.
Στο σχολείο τον έστελναν, αλλά εκείνου το μυαλό του βρισκόταν πάντα κάπου αλλού. Δεν είχε όρεξη για γράμματα, αλλά κι αυτό δεν ήταν κάτι το κακό. Τα πρόβατα, οι ελιές και τα καπνά ήθελαν χέρια. Κι αυτά δεν περίσσευαν τότε. Από μικρός είχε μια καραμπίνα και το δικό του λαγόσκυλο, τη Λίζα, κι ακολουθούσε τις παρέες των μεγάλων που πήγαιναν για κυνήγι. Τον έπαιρναν όμως μαζί τους γιατί είχε υπομονή στο καρτέρι, είχε καλή σκύλα και ήταν πρώτος στο σημάδι. "Με το παιδί θα πας για κυνήγι;" ρώτησε την πρώτη φορά η μάνα μου τον πατέρα κι έμεινε πήρε απάντηση όταν γύρισαν πίσω με δυο λαγούς.
Εκείνα τα χρόνια μεγάλωνα μόνος κι εγώ, ο χαϊδεμένος των συνάδελφων στο Σταθμό που μέναμε. Συχνά πηγαίναμε σε σπίτια φίλων σε κάποιο από τα κοντινά χωριά. Δε με πείραζε αν ήταν μεγάλοι, δεν γκρίνιαζα αν δεν είχαν όλοι στα σπίτια τους συνομήλικα παιδιά για να παίξουμε. Μου άρεσε να τους ακούω να μιλάνε στο τραπέζι, όταν δεν τριγυρνούσα στα κοτέτσια και τα μαντριά, τις αποθήκες με την κάδη, τα κρασοβάρελα και τα πασταλιασμένα καπνά, η μυρωδιά από το τσίπουρο, το κρασί και τον καπνό σε κάτι τσιγάρα που έφτιαχναν με ροζ χαρτάκια. Εξάλλου, ήξερα πως στο σπίτι με περίμενε πάντα η δική μου παρέα. Περνούσαμε ώρες μαζί. Πρωί πρωί θα πήγαινα να δω πως κοιμήθηκε και να πω καλημέρα. Από κοντά έσερνα αυτοκινητάκια δεμένα με ένα σπάγκο και τα έβαζα δίπλα-δίπλα. Καθόμασταν δίπλα δίπλα και μετρούσαμε τα αυτοκίνητα και τις νταλίκες που περνούσαν στην εθνική, μερικές από δαύτες που μας ήξεραν οι οδηγοί, μας χαιρετούσαν πατώντας συνθηματικά την κόρνα κι εμείς χοροπηδούσαμε. Μερικές φορές έλειπε. Μαζί με τον πατέρα πάντα έλειπαν και οι δυο. Προσπάθησα πολλές φορές να είμαι ξύπνιος όταν έφευγαν, μήπως και πήγαινα κι εγώ μαζί τους, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα. Απόμενε να περιμένω μέχρι να γυρίσουν. Ήξερα πως μόλις θα με έβλεπε από μακρυά θα άρχισε να χοροπηδά και να με χαιρετά. Πάντα έτσι έκανε κουνώντας την ουρά του, ο Ταρζάν.
Ένα απόγευμα, ήταν Σεπτέμβρης ακόμη, θα πηγαίναμε για να περάσουμε τη βραδιά μας στο σπίτι του μικρού κυνηγού. Τα σταφύλια είχαν τρυγηθεί κι ο μούστος είχε αρχίσει να βράζει στα βαρέλια, τα καπνά είχαν πάει πολύ καλά εκείνη τη χρονιά και ήταν καιρός να ξεκουραστούν λίγο πριν ξαναπάνε στις ελιές. Η μάνα είχε ετοιμάσει μια πίτα και την κουβαλούσαμε μαζί μας. Καθώς πλησιάζαμε από μακριά ακούγαμε φωνές. Σαν μάλωνε με την μάνα του. 
"Ποιος ξέρει τι να θέλει πάλι ο Χρηστάκης" είπε ο μπαμπάς. Όταν φτάσαμε τον βρήκαμε σκαρφαλωμένο πάνω στη σκεπή με την καραμπίνα. 
"Εγώ θα την πάρω, κι αν δεν την πάρω θα την κλέψω". 
"Βρε, παιδάκι μ', κατέβα κάτω". 
"Όχι. Αν δεν πάμε να την ζητήσουμε, εγώ δεν κατεβαίνω". 
"Βρε, τι να σε κάνω; Ακόμα δεν πήγες φαντάρος; Παντρειές θες από τώρα, από τα δεκαπέντε;" 
"Όχι. Ή θα τη ζητήσουμε, ή θα την κλέψω". 
"Κατέβα κάτω. Μας έκανες ρεζίλι σε όλο το χωριό". 
Αυτό που φοβόταν η μάνα του βέβαια δεν θα γινόταν ποτέ. Σε 'κείνο το χωριό ήταν συνήθειο να μικροπαντρεύονται από έρωτα και συχνά να κλέβονται δίχως την θέληση των γονιών, που κι εκείνοι βέβαια τα ίδια είχαν κάνει.
Ο μπαμπάς όμως τα ήξερε όλα. Του τα 'χε πει σε ένα κυνήγι. Η κοπελίτσα έμενε στο παραδιπλανό σπίτι και τα είχαν φτιάξει πριν λίγο καιρό, καθώς παστάλιαζαν τα καπνά. 
"Ευτυχώς που δεν τρυπήσατε τα δάχτυλα με τις βελόνες". 
"Αμ, το καταλαβαίνεις, όταν αγαπάς" είχε τελειώσει τότε εκείνη η κουβέντα, που το μάθαμε εκείνη τη βραδιά. Ο Χρήστος κατέβηκε από την σκεπή, καθίσαν οι μεγάλοι στο τραπέζι και η απόφαση βγήκε.  Εγώ έπαιζα με ένα μικρό λαγόσκυλο, τους άκουγα να μιλάν. Σε λίγο ήρθε κι ένας θείος από το παρακάτω σπίτι και συνέχισαν να μιλάνε. Σε λίγο είδα να βγαίνουν τσίπουρα και μεζέδες, κάτι έλεγαν "να μας ζήσουν" κι άκουσα και κάτι άλλο που δεν το πολυκαταλάβαινα, κάτι σαν "αβώνες". Το άλλο Σάββατο με 'ντύσαν με τα καλά μου και πήγαμε στους αβώνες. Κόσμος πολύς, μεγάλοι, μεγαλύτεροι, νέοι και μικροί.  Εμείς, μπροστά να βλέπουμε. Τον Χρήστο τον ήξερα, εκείνο το βράδυ γνώρισα και τη Λίτσα. Κάποιος κάτι έκανε και είδα να τους περνά κάτι στο δάχτυλο, σαν το δαχτυλίδι του μπαμπά και της μαμάς. Από κείνη τη βραδιά και μετά κάθε φορά που πηγαίναμε στους φίλους μας, μαζί μας ήταν και η Λίτσα, η αβωνιάρα.
Σε λίγες μέρες θα γιορτάζαμε τα γενέθλιά μου. Η μάνα είχε ετοιμάσει μια μεγάλη τούρτα, πίτες και μεζέδες. Ο πατέρας είχε φέρει δυο νταμιτζάνες κρασί κι ένα μεγάλο κουτί τυλιγμένο. Το κρασί ήταν για τους καλεσμένους και το κουτί για μένα. Αλλά όλα θα άνοιγαν το Σάββατο το βράδυ.
Σάββατο μεσημέρι μπήκε το αρνί στη σούβλα κι εγώ στριφογύριζα μέχρι να έρθει το απόγευμα κι οι καλεμένοι. Πριν νυχτώσει πήγα στον Ταρζάν το κέρασμά του και του είπα συνθηματικά
"Εσύ με τη Λίζα του Χρήστου, κι εγώ θα μάθεις αύριο."
Οι καλεμένοι είχαν αρχίσει να έρχονται σιγά σιγά στον Σταθμό. Χρόνια πολλά, και κάθε παρέα από ένα πεσκέσι για την παρέα κι από 'να δωράκι για μένα. Όμως εγώ περίμενα μ' ανησυχία. "Τι να έχει το παιδί; Γιατί γυρνάει γύρω γύρω;" άκουσα τους δικούς μου. "Ο Κωστάκης με τη Βούλα δεν θα έρθουν;" ρώτησα."Έρχονται, έρχονται κι αυτοί. Ο Κωστάκης είχε μια δουλειά κι άργησαν λίγο". Μέχρι να έρθουν δεν είχα σταματήσει σε μια γωνιά. Με τη Βούλα, εκτός από τα παιχνίδια που κάναμε, είχαμε κι άλλα πολλά κοινά, όπως και οι γονείς μας. Το βασικό όμως ήταν ένα, η αναφαγιά. Κανένα μας δεν έτρωγε και οι μανάδες μας μας κυνηγούσαν από άκρη σε άκρη για να μας ταΐσουν, κακό του κεφαλιού τους βέβαια, γιατί εγώ είχα τον Ταρζάν και η Βούλα τις γάτες και τα κουνέλια της. Καμιά φορά μας μοίραζαν και από ένα κουταλάκι σιρόπι, ορεκτικό το έλεγαν, αλλά είχαμε τον δικό μας τρόπο να το φτύνουμε χωρίς να μας καταλαβαίνουν. Όταν είδα τη Βούλα έλαμψαν τα πάντα.
Κάποια στιγμή ήρθε και η τούρτα με τα πέντε κεράκια. Όλοι κάνανε ένα γύρο και με βάλανε στη μέση για να σβήσω τα κεράκια. Ένας, δε θυμάμαι ποιος, είχε φέρει μαζί του και μια φωτογραφική μηχανή και στήθηκαν για τη φωτογραφία. Το τραπέζι όμως ψηλό κι εγώ μια σταλιά. Αμέσως έφεραν μια καρέκλα για να ανέβω απάνω και να φαίνομαι. Όταν την είδα αρνιόμουνα να ανέβω. Είχαν αρχίσει όλοι να με παρακαλάνε, αλλά εγώ συνέχισα να αρνιέμαι. 
"Όχι. Εγώ θέλω δυο καρέκλες." 
"Δυο; Ε, να του βάλουμε δυο, να δούμε τι θέλει να κάνει". Μόλις ήρθε κι η δεύτερη καρέκλα στηθήκαν πάλι όλοι λίγο παραξενεμένοι για τη φωτογραφία. Άρχισαν λοιπόν να λένε το τραγουδάκι και μόλις φτάσανε στο "...να ένας σοφός" η απόλυτη σιωπή. Ο φωτογράφος περίμενε να βγάλει τη φωτογραφία. "Έλα, Βούλα στην καρέκλα. Είσαι η αβωνιάρα μου". 
Το γλέντι που ακολούθησε ήταν διπλό, όπως και διπλός και δίπλα δίπλα με τη Βούλα σβήσαμε τα κεράκια. Την επόμενη πήγα στον Ταρζάν και του τα είπα όλα. Όπως είχα εγώ αβωνιάρα κι ήταν καιρός να κάνει αβωνιάρα του τη Λίζα.      
Ο χειμώνας πέρασε με την αβωνιάρα να σχεδιάζουμε το δικό μας σπιτικό δίπλα στα κουνέλια και στο σπιτάκι του Ταρζάν. Είχαμε αποφασίσει να μέναμε στην αποθήκη δίπλα στα βαρέλια με το λάδι.

Μια μέρα ένας κύριος ήρθε στον μπαμπά και σοβαρός σοβαρός κάτι του είπε. Σε λίγο ήρθε και μας είπε λίγο χαρούμενος, λίγο λυπημένος πως πήρε "αγωγή" και θα φεύγαμε για μια μεγάλη πόλη. 
"Κι η αβωνιάρα; Θα μείνει μόνη της. Θέλω και την αβωνιάρα και τον Ταρζάν μαζί μας εκεί που θα πάμε" κι έφυγα κλαίγοντας.


Ο Ταρζάν πήγε στο χωριό κι η αβωνιάρα έμεινε πίσω. Τον Ταρζάν τον έβλεπα στις διακοπές, όταν ανεβαίναμε στο χωριό και πάντα τον παρηγορούσα που έχασε τη Λίζα. Με την αβωνιάρα συναντιόμασταν όταν πηγαίναμε εμείς στο χωριό της κι όταν έρχονταν με τους γονείς της στην πόλη. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε κι έκανε ο καθένας την οικογένειά του. Ακόμα και τώρα όμως όταν συναντιόμαστε θα χαιρετηθούμε "Γειά σου, ρε αβωνιάρα..." "έλα, αβωνιάρη μ'".
Μόνο που όταν κάποιο καλοκαίρι στο χωριό βρήκα το σπιτάκι του Ταρζάν αδειανό και την αλυσίδα του στο πάτωμα, αποφάσισα πως αυτό το όνομα ήταν αποκλειστικά δικό του.      


Οι "Κυνοκέφαλοι" συμμετέχουν στο αφιέρωμα "Η πρώτη Αγάπη"
μαζί με τα παρακάτω ιστολόγια:

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Χώμα, νερό και φωτιά

Προσμένοντας. Άλλος θα σε κοιτάξει, άλλος θα σε προσπεράσει, άλλος θα σε κλωτσήσει. Με ποια περισσή αλαζονεία θέλεις να ξεπροβάλλεις ξανά μέσα από το παρελθόν; Ίσως δειλά να ήθελες να ξαναδείς το φως του ήλιου. Είναι όμως πόθος πικρός το φως του ήλιου, πόθος και πληγή μαζί το φως της σελήνης. Με τέτοιους πόθους  θα παραμένεις όμως πάντα ένα όστρακο. Αστρωματογράφητο. Αχρονολόγητο. Αδιάγνωστο. Με όλες τις στερήσεις και τις ευκολίες που προσφέρει το άλφα της λογικής.
Κι όμως ήσουνα κάποτε κάτι. Χώμα, νερό και φωτιά, όλα μαζί ένα, με ιδρώτα και χάδι, χέρια και μάτια πλασμένα. Το πρώτο σχήμα στροβίλιζε πάνω σε ένα τροχό. Κι από το άμορφο, μορφή. Τώρα λειασμένο από την μανία και το χάδι της θάλασσας και του χρόνου. Σβησμένες γωνίες, ανάγλυφες και αλμυρές οι μνήμες, χρόνια πια σκεπασμένο από την άμμο και το νερό.
Έχει σημασία το πρώτο σχήμα; Μόνο το πως ενώθηκε χώμα, νερό και φωτιά. Όλα από το χώμα ξεκινούν, πάνω του περπατούν κι εκεί ξαναπηγαίνουν. Ο ιδρώτας και τα δάκρυα αθάνατο κι αμίλητο νερό, αλμυρά και τα δυο. Φωτιά η αιωνιότητα που κορώνει με ονόματα κι αισθήματα ξεχασμένα,κοινά και επαναλαμβανόμενα, με πρόσωπα μοναδικά.
Κι όμως είσαι ακόμα κάτι. Μιλάς για πολλά πράγματα, αλλοτινές και συγκαιρινές ιστορίες, για παλάμες και χέρια που αντάμωσαν και 'σφίξαν άλλα χέρια, για μάτια που βυθίστηκαν σε άλλα μάτια.

Μόνο που για ν' ακούσεις αυτές τις ιστορίες πρέπει να κοιτάζεις και κάτω, εκεί που έλαχε να πατάς. Και ψηλά, εκεί που θες να πετάς.


Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

"Γειά σου, ρε Βιετνάμ!"


Περπατά στους δρόμους της πόλης καθημερινά. Τα χέρια άλλοτε ακολουθούν το σώμα με ρυθμό κι άλλοτε όχι. Με ένα άσπρο καπέλο πάντα και μια μεγάλη άσπρη τσάντα.Ξανθιά μάλλον στα πολύ νιάτα της. Τώρα πάντα ντυμένη στα πορτοκαλί, χειμώνα καλοκαίρι.Προβάλλει κάθε πρωί, την ίδια σχεδόν ώρα από τον πίσω δρόμο, με ζέστη και με κρύο. Τη βλέπω πίνοντας τον πρωινό καφέ από το παράθυρο της κουζίνας. Πρέπει να μένει κάπου στη γειτονιά μας.
Ξέρω πως θα την συναντήσω μόλις κατέβω κάτω. Κι αν όχι στο δρόμο, έξω από τον φούρνο, το φαρμακείο, το μανάβικο ή να κάθεται στο καφενείο και να απολαμβάνει τον καφέ της μόνη καπνίζοντας. Πάντα ντυμένη στα πορτοκαλί και να γελάει. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς αν θα την προσπεράσεις. Θα καλημερίσει, θα χαιρετήσει, θα σε φωνάξει από τον απέναντι δρόμο κουνώντας ρυθμικά τα χέρια. Μόνο μια φορά άμα της πεις καλημέρα, σκύβει ελαφρά κάνοντας υπόκλιση και συνεχίζει. Σίγουρα ξέρει τι σημαίνει για εκείνη η καλημέρα.
"Γειά σου, Βιετνάμ" μου 'πε μια μέρα. Από τότε έτσι με χαιρετά, όπου κι αν με βρει.  Κάπως πρέπει να τον λένε τον άλλον που του λες καλημέρα. Την ονόμασα κι εγώ Φρίντα, άγνωστο γιατί, κι ας μη τη φώναξα ποτέ έτσι. Ελάχιστη σημασία έχει πως τη λένε πραγματικά, ίσως ακόμη και αυτοί που την ξέρουν πιο καλά να μην τη φωνάζουν καν με το όνομά της πια. Είναι γνωστό πως με τέσσερα γράμματα επίθετο ξεμπερδεύεις με αυτήν μια και καλή. Κι ας μην τη λένε Φρίντα, μπορεί να τη λέγαν Μαρία, Ελπίδα, Ελένη ή όπως αλλιώς, όπως και μένα δε με λένε Βιετνάμ, αλλά αφού έτσι θέλει να με φωνάζει, ας το κάνει. Πάντα ο κόσμος του άλλου πρέπει να είναι σεβαστός. 
Την περασμένη Κυριακή ο ήλιος καυτός από το πρωί. Τη βρήκα να κάθεται σε ένα τραπεζάκι έξω από το μαγαζάκι που πουλά εφημερίδες και τσιγάρα. Έσβηνε τη δίψα της, ποιος ξέρει και τι άλλο, σε ένα μικρό μπουκάλι με νερό χαιρετώντας τον κόσμο που έμπαινε και έβγαινε. Σε όλους χαμογελαστή που με ειρωνεία, ή με ενόχληση την προσπερνούσαν. 
"Ό,τι πάρει ο κύριος, από μένα κερασμένα" είπε μόλις με είδε χαμογελαστή και χαιρετηθήκαμε. Άλλο περίμενα ν' ακούσω, αυτή είναι η αλήθεια. Αλλά τι πειράζει; Όταν βγήκα έξω με τις εφημερίδες στο χέρι, είχε ανάψει τσιγάρο. "Γειά σου, ρε Βιετνάμ!" μου είπε γελώντας και κουνώντας ρυθμικά το χέρι με το τσιγάρο να σιγοκαίει τα ακροδάχτυλα.
Κάποιος δίπλα κοίταζε με απέχθεια. 

   

  

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

γρηγόρης στ. είπε...

Τα προσωπικά κείμενα σύμφωνα με τους άγραπτους κανόνες της ιστολογικής ορθότητας οφείλουν να είναι διανθισμένα με πολυσύνθετους νεολογισμούς και θεματολογία που να εκφράζει αυτή την απαρέσκεια από την αέναη ομφαλοσκόπηση, την υπό αφύπνιση επαναστατικότητα της γειτόνισσας σε αντίθεση με την εν υπνώσει αδιαφορία του γείτονα, την έντονη καταδίκη της όποιας τετραμελούς οικογένειας που χαλά αυθύπαρκτα τη γραφικότητα στην μέχρι πέρυσι εναλλακτική ακρογυαλιά που οι μυημένοι απολαμβάνουν αραγμένοι πάνω σε κάποιο πληκτρολόγιο και τέλος τα πανηγύρια που όλα καλά και όμορφα, αλλά πόσο με χαλάει η πλαστική καρέκλα και τέλος πάντων κάτι από τους ενδιαφέροντες τοις πάσι θεματικούς κύκλους. Είθισται τα έγκριτα και δημοφιλή κείμενα[1] να συγκεντρώνουν πολλά σχόλια σε μακριά νήματα κάτι σαν τις ουρές των μεγάλων εξόδων στην Εθνική Οδό Π.Α.Θ.Ε. και ο κάθε ιστολόγος, αν θέλει να λογίζεται ως υπεύθυνος και σοβαρός, πρέπει ως τροχονόμος να ρυθμίζει την κυκλοφορία δίνοντας την απαραίτητη προτεραιότητα στους οδηγούς των μεγάλου κυβισμού ιστολογικών οχημάτων. Βέβαια, είναι αλήθεια πως στο κάθε ιστολόγιο τον τόνο δίνει ο οικοδεσπότης, αλλά και οι μουσαφιραίοι σχολιαστές αναγνώστες, μόνιμοι, πρόσκαιροι και τυχαίοι, «επώνυμοι» και λιγότερο γνωστοί.

Το 2010 ο Γιώργος * ανέβασε μια ανάρτηση, όταν η κοκόνα έσβηνε το πρώτο της κεράκι, -κι ενώ ο Γιάννης είχε σβήσει το δεύτερο δυο μήνες πριν -, αλλά αυτό δεν έχει σημασία για τους πολλούς, όπως και δεν είναι γνωστό. Βέβαια τα γενέθλια είναι ένα γεγονός, [επέτειος είναι, αλλά η επέτειος παραπέμπει αλλού, σε γάμους, επαναστάσεις κλπ], που αφορά στη συγκεκριμένη στιγμή μάλλον δυο πατεράδες, οι οποίοι δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους, και δυο οικογένειες με τους παππούδες και τις γιαγιάδες οι οποίες επίσης δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους. Μια τέτοια, λοιπόν, ανάρτηση και μάλιστα για γενέθλια, από πρώτης άποψης δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τίποτε περισσότερο από ένα γεγονός εντελώς προσωπικό, το οποίο κάποιοι πιθανόν θα το αντιμετώπιζαν  και αδιάφορα. Ίσως δε θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι περισσότερο από ένα προσωπικό κείμενο, και μάλλον ελαφρύ, ανάλαφρο όπως ευγενικά θα αποκαλούταν από τους επαΐοντες του καθωσπρεπικού ιστολογείν.
Η ανάρτηση αυτή από ιστορικής πλευράς μάλλον δεν προσφέρεται για αξιοποίηση [ή και μπορεί στο μέλλον, όλο και καινούρια ρεύματα εμφανίζονται], από λογοτεχνικής άποψης δεν χαρακτηρίζεται από τον απαιτούμενο -ισμό που πρέπει να διέπει τέτοια κείμενα, αλλά σε μια διακειμενική ανάγνωση σίγουρα οι επαναγνώσεις πολλά μπορεί να επισημάνουν]. Πιθανόν να ανίχνευεται  κάποιο rites des passage και η κατά φύλα διαμορφούμενη και εξελισσόμενη μεταμνημονιακή κοινωνική συγκρότηση. Αλλά θέλει τρεις και τέσσερις αναγνώσεις και παραπέρα αναλύσεις αυτό.
Ένα κείμενο για τα γενέθλια και πως γιορτάστηκαν σε κάποιο σπίτι, κάπου στην Αθήνα και γράφει γιαυτά ο ευτυχής πατέρας. Σίγουρα δεν αποτελεί με τη πρώτη βιαστική ανάγνωση, ίσως τη δεύτερη και την τρίτη που εμβαθύνεις, ένα πολιτικό κείμενο. [Βέβαια υπάρχει κι ένας σύνδεσμος κάπου εκεί μέσα στο κείμενο που οδηγεί σε έναν κόκκινο φάκελο και μια πικρή αλήθεια.]
Κάποιος ίσως  να εντόπιζε πως ο Γιώργος εκδήλωνε την ιδεολογική μεταστροφή  του με την αποδοχή της ροζ αυτοκρατορίας κι εύκολα να τον χαρακτήριζε συστημικό με αφορμή αυτό το κείμενο. Εξάλλου κι αυτή η ανάρτηση, όπως και σχεδόν όλα τα προσωπικά κείμενα, συχνά στην κατηγορία «επί προσωπικού» που μιλάνε για τη βιωμένη χαρά και την αισιόδοξη πλευρά της ζωής, για οικογενειακές συνάξεις, μόνο πολιτικά δεν χαρακτηρίζονται. Είπαμε όμως από ποιους... Ας τους προσπεράσουμε κι ας προχωρήσουμε μπροστά.[2]

Τα παιδικά καλοκαίρια, τα τραγούδια και οι χοροί που στήνονται στην κουζίνα του κατσαμακέικου με αφορμή χαρούμενα αλλά και λυπητερά γεγονότα, οι ερωταποκρίσεις πατέρα και γιου, οι τσαχπινιές της κόρης και όσα άλλα «παιγνίδια πάνω στην κουβέρτα» πιθανόν εντοπίζουν οι συστηματικοί αναγνώστες του, αποτελούν άραγε εκφράσεις κάθαρης πολιτικής σκέψης και στάσης;[3] «Κατάγομαι από τα παιδικά μου χρόνια» λέει ο Γ. Σαραντάρης κι αυτή είναι η πιο βαθιά και μεστή σε νόημα πολιτική δήλωση. Από ΄κει κατάγεται  κι ο Γιώργος, όποιος και όποια θέλει να καβαλήσει το μηχανάκι των εφηβικών χρόνων και να φύγει.

Και σ’ αυτό δε δέχομαι καμιά αντίρρηση.

*γνωστός και ως Βιβλιοθηκάριος ή Αφιερωματολόγος
[1] Τα νυν και αεί χριστουγεννιάτικα κειμενόδεντρα με πολλαπλές σειρές φωτάκια από like και share δύσκολα καθιερώνονται, εύκολα όμως αποκαθηλώνονται.
[2] Οι ευσχημόνως και ευδιακρίτως αντισυστημικοί και οι επί παντός επιστητού αδολεσχούντες ελεύθερα ας συνωστίζονται όπου θέλουν σε άλλους καφενέδες.
[3] Το ερώτημα όπως θα το έθετε η σχολή κριτικής ανάλυσης κειμένων και ο σ. Ασπρίκος, δρ. παπαδιαμαντολόγος.




με το κείμενο αυτό συμμετέχουμε στις εορταστικές εκδηλώσεις Κατσαμάκεια 2013 που διοργανώνονται με αφορμή τα γενέθλια του εκλεκτού μας φίλου.



στο αφιέρωμα συμμετέχουν:ερυθρό καγκουρώ, Deva Aleema, σελιτσάνος, kizil kum, αναγεννημένη, ο και χρέη ταμία εκπληρών silentcrossing, το κόκκινο μπαλόνι, Εξεγερμένο το 2009, το καγκουρώ, το σημειωματάριο, η Ντίνα Βιτζηλαίου, η nefosis και το roubinakiM, η Πολυάννα, τα κουπέπκια, το ψαροκόκκαλο, ο μούργος (που είπε πως δε με ξέρει ευκαιρία να γνωριστούμε), η Anna Silia, ο ήχος του ανέμου / Εύη Βουλγαράκη, ο -αυτός που να ΄ξερες τι θα σου ετοιμάσουμε κάποια μέρα- Δύτης των Νιπτήρων και φυσικά ο Γραμματεύς Τσαλαπετεινός.


Τρίτη 30 Απριλίου 2013

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΣΧΩΝ


Ίσως να μην είναι εκείνη η τραγωδία που πιθανόν να στέκεται ισάξια δίπλα σε μια αρχαιοελληνική τραγωδία. Ο Χριστός πάσχων είναι όμως το μοναδικό θεατρικό έργο που διασώθηκε από τη βυζαντινή γραμματεία [1]. Κανείς ωστόσο δε μπορεί να απαντήσει με σιγουριά αν προοριζόταν για παράσταση ή ανάγνωση,  αλλά ούτε και ποιος ήταν ο συγγραφέας.

Τα χειρόγραφα φέρουν να το έγραψε ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Μεγάλοι βυζαντινολόγοι σαν τους Krumbacher, Hunger, Doelger και μαζί με αυτούς μια σειρά από μελετητές αρνούνται να δεχτούν τον Χριστό Πάσχοντα ως έργο του Γρηγορίου, καθώς το βρίσκουν το έργο κατώτερο σε σχέση με τα υπόλοιπα ποιητικά έργα του. Κι η φιλολογική συζήτηση καλά κρατεί για τον συγγραφέα∙ ήταν ο Ρωμανός, ο Δαμασκηνός, ο Τζέτζης, ο Κωνσταντίνος Μανασσής, ο Απολλινάριος Λαοδικείας, ο Αμφιλόχιος Ικονίου; Από την άλλη πλευρά πάλι μια ομάδα αξιόλογων μελετητών επανέρχονται στην αρχική άποψη και με εύστοχα επιχειρήματα αποδίδουν το έργο στον Γρηγόριο. Υποστηρίζεται, μάλιστα, πως ο Γρηγόριος συνέθεσε δραματικά έργα αντιδρώντας σε διάταγμα του Ιουλιανού, αφού και στους λόγους του χρησιμοποίησε αποσπάσματα και μεταφορές παρμένες από το αρχαίο ελληνικό θέατρο. 

Μεγάλο μέρος από το κείμενο, που μετρά 2.632 στίχους, είναι παρμένο από τον Ευριπίδη κι άλλους τραγικούς.[2] Η πρωτότυπη στιχουργική έμπνευση δεν υπάρχει. Θα ‘λεγε κανείς πως αυτό είναι μια ανερυθρίαστη λογοκλοπή. Στις αυτοκρατορίες της παλαιάς και νέας Ρώμης οι λόγιοι “ποιηταὶ ἅμα καὶ κριτικοί” επιδιώκουν συνειδητά να μιμηθούν τα αρχαία πρότυπα και να αντλήσουν από αυτά. Πιο πολύ όμως βλέπουν τον κόσμο τους μέσα από αυτά. Εξάλλου, και ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ξεκάθαρα στον πρόλογο 

νῦν τε κατ' Εὐριπίδην
τὸ κοσμοσωτήριον ἐξερῶ πάθος (στ. 3-4) 

για να ξαναθυμίσει στο τέλος 

ἔχεις ἀληθὲς δρᾶμα κοὐ πεπλασμένον
πεφυρμένον τε μυθικῶν λήρων κόπρῳ (στ. 2605-6).

Το έργο σε αντίθεση με την κλασική τραγωδία το απαρτίζουν μακροσκελείς μονόλογοι,  θρηνητικοί σχεδόν πάντα και σχεδόν λείπει ο διάλογος. Η πρωτοτυπία είναι η επανάγνωση της αρχαίας τραγικότητας μέσα από μια άλλη οπτική, τη θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπινου μέσα από το Θείο Πάθος. Ο Χριστός πάσχων και η πάσχουσα Μητέρα περιστοιχισμένη από ένα Χορό ανώνυμων γυναικών της Γαλιλαίας μαζί με τον «πεφιλμένον» Ιωάννη και τον Ιωσήφ από την Αριμαθεία, ο αγαθός άνθρωπος του λαού, ο Νικόδημος, η (Μαρία) Μαγδαληνή κι  επτά Αγγελιοφόροι, δυο από αυτούς Άγγελοι από τον ουρανό. Από κοντά οι  Αρχιερείς, η κουστωδία των στρατιωτών κι ο Πιλάτος.
Πάθη και Σταύρωση, την Αποκαθήλωση και Ταφή, Ανάσταση, πορεία ανάβασης στον ανθρώπινο πόνο, το αναμέτρημα με τις επίγειες εξουσίες και τις ουράνιες δυνάμεις. Ο ανθρώπινος σπαραγμός της Μητέρας: 

πῇ πῇ πορεύῃ, Τέκνον; ὡς απωλόμην·
ἕκητι τίνος τὸν ταχὺν τελεῖς δρόμον;
μὴ γάμος αὖθις ἐν Κανᾶ κἀκεῖ τρέχεις,
ἵν' ἐξ ὕδατος οἰνοποιήσῃς ξένως; ( στ. 454-7).

όπως ακούγεται θρηνητικά και στο κοντάκιο του Ρωμανού 

Ποῦ  πορεύῃ, τέκνον; Τίνος χάριν τὸν τραχὺν δρόμον τελέεις;
Μὴ ἕτερος γάμος πάλιν ἐστὶν ἐν Κανᾷ
κἀκεῖ νυνὶ σπεύδεις ἵν' ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσῃς
[Εις το Πάθος καί εις τον θρήνον της Θεοτόκου (α΄οίκος)]



Ο Σπ. Λάμπρος, είχε ανακαλύψει σε χειρόγραφο του 14ου αιώνα ένα κείμενο με αναλυτικές σκηνοθετικές οδηγίες σχετικά με το ανέβασμα μιας θεατρικής παράστασης με θέμα τα Πάθη του Χριστού, η οποία θα ξεκινούσε από την ανάσταση του και θα τελείωνε με την Ψηλάφηση του Θωμά.[3] Άγνωστο και πάλι σε ποια εποχή χρονολογείται το κείμενο για αυτό το ιερό δρώμενο, αλλά υποδηλώνει πως μέχρι τότε συνεχιζόταν η δραματοποίηση των Αγίων Παθών. 

Λένε, πως οι δραματικές επιδράσεις δεν έπαψαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μέχρι σήμερα - και μέρες που είναι - ειδικά στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος, όπου αναπαρίστανται με τα Θεία Πάθη. Ακόμη, πολλοί αναφέρουν και σαν παράδειγμα την ακολουθία του Νιπτήρος, το απόγευμα Μεγάλης Τετάρτης) που τελείται ακόμη και σήμερα στην αυλή του Ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα και στη Μονή του Ιωάννου Θεολόγου στην Πάτμο κι ο προεξάρχων της ακολουθίας παριστάνοντας τον Χριστό νίπτει τα πόδια ιερέων που υποδύονται τους Αποστόλους. 
Άλλο όμως η τελετουργία και άλλο το δρώμενο. Ας είμαστε ειλικρινείς. 
Ως δρώμενο ο Χριστός πάσχων επιβιώνει ακόμη και σήμερα στους χορούς από τις ανώνυμες γυναίκες που στολίζουν και ξενυχτάνε τον Επιτάφιο. Ο Χριστός ως Πάσχων σίγουρα όμως κυκλοφορεί καθημερινά δίπλα μας.

-------------------- 


1. Το κείμενο εδώ
3. Σ. Λάμπρος, “Βυζαντιακή σκηνοθετική διάταξις των παθών του Χριστού”, Νέος Ελληνομνήμων 13 (1916): 381-407.




Το έργο παρουσιάστηκε το 1964 από την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου προκαλώντας διάφορες αντιδράσεις από την τότε Ιεραρχία.  

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΔΙΑΒΑΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Συνολικές προβολές σελίδας

FeedBurner FeedCount