Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

O Έρωτας στα χιόνια

Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα: ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν. Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος. Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου, κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.
Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες: Bρέχει, βρέχει και χιονίζει, κι ο παπάς χειρομυλίζει. Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.
Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν. Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας. ― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια. Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.
Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν: ― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση. Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε: ― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη. Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου, κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον. ― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!
Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε: ― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι;
Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις: «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα. «Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος. Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος.
K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του
Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.
Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης
(Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989)

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις...

ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!
Εὐαγγέλιον κατὰ Λουκᾶν.
(Κεφ. 2,1-20)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου, ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην. Αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου. Καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ἐκ πόλεως Ναζαρέθ, εἰς τὴν Ἰουδαίαν, εἰς πόλιν Δαβίδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ, ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ, ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτόν, καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι. Καὶ ποιμένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ αὐτῇ ἀγραυλοῦντες καὶ φυλάσσοντες φυλακὰς τῆς νυκτὸς ἐπὶ τὴν ποίμνην αὐτῶν. Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καὶ δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς. Καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γάρ, εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ. Ὄτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὃς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαβίδ. Καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον, εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ. Καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου, αἰνούντων τὸν Θεόν, καὶ λεγόντων· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Καὶ ἐγένετο ὡς ἀπῆλθον ἀπ' αὐτῶν εἰς τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιμένες εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεέμ, καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονὸς ὃ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν. Καὶ ἦλθον σπεύσαντες, καὶ ἀνεῦρον, τήν τε Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσήφ, καὶ τὸ βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ. Ἰδόντες δὲ διεγνώρισαν περὶ τοῦ ῥήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τοῦ παιδίου τούτου. Καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περὶ τῶν λαληθέντων ὑπὸ τῶν Ποιμένων πρὸς αὐτούς, ἡ δὲ Μαριὰμ πάντα συνετήρει τὰ ῥήματα ταῦτα, συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. Καὶ ἐπέστρεψαν οἱ ποιμένες, δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον, καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.


إنجيلُ لوقا 2
1وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ صَدَرَ أَمْرٌ مِنْ أُوغُسْطُسَ قَيْصَرَ بِأَنْ يُكْتَتَبَ كُلُّ الْمَسْكُونَةِ. 2وَهذَا الاكْتِتَابُ الأَوَّلُ جَرَى إِذْ كَانَ كِيرِينِيُوسُ وَالِيَ سُورِيَّةَ.
3فَذَهَبَ الْجَمِيعُ لِيُكْتَتَبُوا، كُلُّ وَاحِدٍ إِلَى مَدِينَتِهِ. 4فَصَعِدَ يُوسُفُ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ مِنْ مَدِينَةِ النَّاصِرَةِ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، إِلَى مَدِينَةِ دَاوُدَ الَّتِي تُدْعَى بَيْتَ لَحْمٍ، لِكَوْنِهِ مِنْ بَيْتِ دَاوُدَ وَعَشِيرَتِهِ، 5لِيُكْتَتَبَ مَعَ مَرْيَمَ امْرَأَتِهِ الْمَخْطُوبَةِ وَهِيَ حُبْلَى. 6وَبَيْنَمَا هُمَا هُنَاكَ تَمَّتْ أَيَّامُهَا لِتَلِدَ. 7فَوَلَدَتِ ابْنَهَا الْبِكْرَ وَقَمَّطَتْهُ وَأَضْجَعَتْهُ فِي الْمِذْوَدِ، إِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُمَا مَوْضِعٌ فِي الْمَنْزِلِ.
8وَكَانَ فِي تِلْكَ الْكُورَةِ رُعَاةٌ مُتَبَدِّينَ يَحْرُسُونَ حِرَاسَاتِ اللَّيْلِ عَلَى رَعِيَّتِهِمْ، 9وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ وَقَفَ بِهِمْ، وَمَجْدُ الرَّبِّ أَضَاءَ حَوْلَهُمْ، فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا. 10فَقَالَ لَهُمُ الْمَلاَكُ:«لاَ تَخَافُوا! فَهَا أَنَا أُبَشِّرُكُمْ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ يَكُونُ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ: 11أَنَّهُ وُلِدَ لَكُمُ الْيَوْمَ فِي مَدِينَةِ دَاوُدَ مُخَلِّصٌ هُوَ الْمَسِيحُ الرَّبُّ. 12وَهذِهِ لَكُمُ الْعَلاَمَةُ: تَجِدُونَ طِفْلاً مُقَمَّطًا مُضْجَعًا فِي مِذْوَدٍ». 13وَظَهَرَ بَغْتَةً مَعَ الْمَلاَكِ جُمْهُورٌ مِنَ الْجُنْدِ السَّمَاوِيِّ مُسَبِّحِينَ اللهَ وَقَائِلِينَ: 14«الْمَجْدُ للهِ فِي الأَعَالِي، وَعَلَى الأَرْضِ السَّلاَمُ، وَبِالنَّاسِ الْمَسَرَّةُ».15وَلَمَّا مَضَتْ عَنْهُمُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى السَّمَاءِ، قَالَ الرجال الرُّعَاةُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ:«لِنَذْهَبِ الآنَ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ وَنَنْظُرْ هذَا الأَمْرَ الْوَاقِعَ الَّذِي أَعْلَمَنَا بِهِ الرَّبُّ». 16فَجَاءُوا مُسْرِعِينَ، وَوَجَدُوا مَرْيَمَ وَيُوسُفَ وَالطِّفْلَ مُضْجَعًا فِي الْمِذْوَدِ. 17فَلَمَّا رَأَوْهُ أَخْبَرُوا بِالْكَلاَمِ الَّذِي قِيلَ لَهُمْ عَنْ هذَا الصَّبِيِّ. 18وَكُلُّ الَّذِينَ سَمِعُوا تَعَجَّبُوا مِمَّا قِيلَ لَهُمْ مِنَ الرُّعَاةِ. 19وَأَمَّا مَرْيَمُ فَكَانَتْ تَحْفَظُ جَمِيعَ هذَا الْكَلاَمِ مُتَفَكِّرَةً بِهِ فِي قَلْبِهَا20.
Luka 2.
Bölüm İsa'nın doğumu
O günlerde Sezar Avgustus tüm Roma dünyasında bir nüfus sayımının yapılması için ferman çıkardı. 2Bu ilk sayım, Kirinyus'un Suriye valiliği zamanında yapıldı. 3Herkes yazılmak için kendi kentine gitti.4Böylece Yusuf da, Davut'un soyundan ve torunlarından olduğu için Celile'nin Nasıra kentinden kalkıp Yahudiye bölgesine, Davut'un kenti olan Beytlehem'e gitti. 5Orada, hamile olan nişanlısı Meryem'le birlikte yazılacaktı. 6-7Onlar oradayken, Meryem'in doğum yapma vakti geldi ve ilk oğlunu doğurdu. Onu kundağa sarıp bir yemliğe yatırdı. Çünkü handa kendilerine yer yoktu.
Çobanlar ve melekler
8Aynı yörede, sürülerinin yanında nöbet tutarak geceyi kırlarda geçiren çobanlar vardı. 9Rab'bin bir meleği onlara göründü ve Rab'bin görkemi çevrelerini aydınlattı. Büyük bir korkuya kapıldılar. 10-11Melek ise onlara, «Korkmayın!» dedi. «Size, tüm halk için büyük sevinç kaynağı olacak bir müjde getiriyorum: bugün size, Davut'un kentinde bir Kurtarıcı doğdu. Bu, Rab olan Mesih'tir. 12Ve işte size bir işaret: kundağa sarılmış ve yemlikte yatan bir bebek bulacaksınız.»13-14Birdenbire meleğin yanında, göksel ordulardan oluşan büyük bir topluluk belirdi. Tanrı'yı överek,
«En yücelerde Tanrı'ya yücelik olsun,yeryüzünde O'nun hoşnut kaldığı insanlaraesenlik olsun!» dediler.
15Melekler yanlarından ayrılıp göğe çekildikten sonra çobanlar birbirlerine, «Haydi, Beytlehem'e gidelim, Rab'bin bize bildirdiği bu olayı görelim» dediler. 16Aceleyle gidip Meryem'le Yusuf'u ve yemlikte yatan bebeği buldular. 17Onları görünce, çocukla ilgili olarak kendilerine anlatılanları onlara bildirdiler. 18Bunu duyanların hepsi, çobanların kendilerine söylediklerine şaşıp kaldılar. 19Meryem isebütün bu sözleri derin derin düşünerek yüreğinde sakladı. 20Çobanlar, işitip gördüklerinin tümü için Tanrı'yı yüceltip överek geri döndüler. Her şeyi, kendilerine anlatıldığı gibi bulmuşlardı.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Κωνσταντινούπολη

"Η Κωνσταντινούπολη εκείνη την εποχή ήτανε ένα χαρμάνι από διάφορες πολιτείες, προάστια και χωριά, σκορπισμένα πάνω στα παράλια της Μικράς Ασίας και της Ευρώπης...Την ευρωπαϊκή όχθη του Βοσπόρου την κατοικούσαν περισσότερο Ελληνες και γενικά Ευρωπαίοι: το Μέγα Ρέμα, το Μπουγιούκ-Ντερέ, τα Θεραπειά, όλα εκείνα τα προάστια θυμίζανε Ευρώπη...Κανένας Ευρωπαίος δεν κάθονταν στην παλιά Πόλη: Τουρκιά. Και κανένας Τούρκος δεν κάθονταν στο Σταυροδρόμι: Ρωμιοσύνη".

ΜΑΡΙΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ, "ΛΩΞΑΝΤΡΑ"

καλή επάνοδο!

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Πρωτευαγγέλιο Ἰακώβου

Πρωτευαγγέλιο Ἰακώβου

IV
Καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ φανερώθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τῆς ἔλεγε Ἄννα, Ἄννα, ὁ Κύριος τὴν εἰσάκουσε τὴ θερμή σου παράκληση, καὶ θὰ πιάσεις παιδὶ καὶ θὰ γεννήσεις, καὶ τὸ σπέρμα σου θὰ πάει ἄκουσμα στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Καὶ ἡ Ἄννα τοῦ ἀποκρίθηκε σύγκορμη· δοξάζω τὸν Κύριο καὶ Θεό μου τὸν ὁλοζώντανο καί, θὲς γεννήσω σερνικό, θὲς κοπελούδα, θὰν τὸ προσφέρω δῶρο μου ὁλόψυχο σὲ κείνονε καὶ θἆναι στὸ ἅγιο θέλημά του κρεμάμενο ἐπιζωῆς τὸ παιδί μου. Καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ φανῆκαν δύο ἄγγελοι σ᾿ αὐτήνε καὶ τῆς ἔλεγαν· ἰδοὺ λοιπόν, ὦ εὐσεβέστατη γυναίκα, νάτος ὁ ἄντρας σου ὁ Ἰωακείμ, ἔρχεται μὲ τὰ κουδουνιστὰ κοπάδια του. Τὸν εἶχε στ᾿ ἀλήθεια εἰδοποιήσει κι αὐτόνε ἄλλος ἄγγελος Κυρίου λέγοντας· Ἰωακείμ, Ἰωακείμ, ὁ Κύριος τὴν εἰσάκουσε τὴ θερμή σου παράκληση· πάρε τὰ κοπάδια σου καὶ ροβόλα κατὰ κάτω· μάθε τὴν ὥρα τούτη τὸ χαρμόσυνο νέο, πὼς ἡ γυναῖκα σου ἡ Ἄννα θὰ φουσκώσει μὲ ἡλιόκαρπο τὴ γαστέρα της. Καὶ κατέβηκε ὁ Ἰωακεὶμ καὶ κάλεσε καὶ τοὺς ἄλλους τσοπαναραίους, ὅλους ἐκείνους ὁποὺ τοὺς εἶχε στὴ δική του δούλεψη, καὶ τοὺς εἶπε· γιὰ φέρτε μου δῶ πέρα μία δεκαριὰ ἀπείραχτες, παρθενικὲς ἀμνάδες, γιὰ νὰν τὶς κάνω ταπεινή μου προσφορὰ στὸν Κύριο καὶ Θεό μου· κι ἀκόμη φέρτε μου, δώδεκα τοὺς θέλω, μόσχους ἁπαλούς, γιὰ νὰν τοὺς κάνω χάρισμα χαρᾶς στοὺς ἱερεῖς καὶ στοὺς σοφούς μας τοὺς γερόντους· κι ἀκόμη φέρτε μου καὶ γίδια ἑκατὸ γιὰ τὸν κοσμάκη. Καὶ νὰ λοιπὸν ὁ Ἰωακεὶμ ὁποὺ ἔφτασε μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια του, καὶ ἡ Ἄννα ἐστάθη στὴν ἐξώπορτα καὶ τὸν εἶδε ποὺ ἐρχότανε, καὶ τρέχοντας κοντά του κρεμάστηκε στὸ λαιμό του ἀηδονολαλώντας· τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ τὴ χόρτασα σήμερα· γιατί νά ῾με ἐγὼ ἡ χήρα ποὺ δὲν εἶμαι πιὰ χήρα καὶ ἡ ἄτεκνη ποὺ θὰ φουσκώσει μὲ ἡλιόκαρπο τὴ γαστέρα της. Καὶ τότε τρισευτυχισμένος ἐμπῆκε στὸ θεοφοβούμενο σπίτι του καὶ ἀναπαύτηκε γιομάτος ἀνακούφιση ἐκείνη τὴν ὄμορφη μέρα.

V
Καὶ τὴν ἄλλη μέρα πρόσφερε τὰ δῶρα του λέγοντας ἀπὸ μέσα του· τὸ σκέπασμα τῆς κεφαλῆς τοῦ ἱερέα θὰ μοῦ δείξει μὲ τὴ θεία λάμψη του τὴν εὐμένεια σὲ μένα τοῦ Κυρίου. Καὶ πρόσφερε τὰ δῶρα τοῦ γιομάτος εὐλάβεια ὁ Ἰωακείμ, ἔχοντας ὅλη του τὴν προσοχὴ στραμένη στὸ σκέπασμα τῆς κεφαλῆς τοῦ ἱερέα, καθὼς ἀνέβηκε στὸ ἅγιο θυσιαστήριο, καὶ εἶδε καὶ κατάλαβε πὼς καμιὰ δὲν τόνε βάραινε ἁμαρτία. Καὶ εἶπε τὴν ὥρα κείνη ὁ Ἰωακείμ· τώρα τὸ ἔμαθα πὼς μὲ σπλαχνίστηκε ὁ Κύριος, ὁποὺ μοῦ δώρησε τὴν ἄφεση ἀπ᾿ ὅλα μου τ᾿ ἁμαρτήματα. Καὶ τότε βγῆκε ἀπ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου νιώθοντας τὸν ἑαυτό του πεντακάθαρο καὶ γύρισε στὸ θεοφοβούμενο σπιτικό του. Καὶ οἱ μῆνες τῆς ἐγκυμοσύνης ὁλοκληρώθηκαν καὶ τὸν ἔνατο μήνα ἡ Ἄννα γέννησε τὸ παιδί της. Καὶ εἶπε στὴ μαμὴ ἡ Ἄννα· γιὰ πές μου τί εἶναι τὸ παιδί; καὶ ἐκείνη τῆς εἶπε· κοπελούδα. Καὶ ἡ Ἄννα καταχάρηκε λέγοντας· ἡ ψυχή μου μεγαλύνθηκε σήμερα· καὶ πῆρε δίπλα της τὸ νήπιο στὸ κρεβάτι. Καὶ ὅταν ὁλοκληρώθηκαν οἱ μέρες καὶ παστρεύτηκε ἡ Ἄννα, τότε ἔδωκε τὸ μαστὸ γιὰ νὰ βυζάξει τὸ κοριτσάκι, ὁποὺ τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα Μυριάμ.

VI
Ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα τὸ κοριτσάκι μεγάλωνε κι ὅταν ἔγινε ἔξι μηνῶν τὸ πῆρε ἡ μητέρα του καὶ τὸ ἔστησε ὄρθιο χάμω, γιὰ νὰ ἰδεῖ ἂν μπόρηγε νὰ στέκεται μόνο του. Καὶ τὸ παιδάκι κάνοντας ἑφτὰ βήματα ἦρθε καὶ ἔπεσε στὴν ἀγκαλιά της. Καὶ τὸ ἅρπαξε φιλόστοργα στὰ χέρια της λέγοντας· δοξάζω τὸν Κύριο καὶ Θεό μου τὸν ὁλοζώντανο, καὶ δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσω κόρη μου νὰ περπατήσεις ἀπάνω σὲ τούτηνε τὴ γῆ, πριχοῦ σὲ πάω στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ ἔκανε ἁγίασμα στὴν κρεβατοκάμαρη τῆς κοπελούδας καὶ ὁ,τιδήποτε ἄσχημο κι ἀκάθαρτο δὲν τ᾿ ἄφηνε νὰ τὸ περάσουν ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ δωμάτιο· καὶ κάλεσε παρθένες κι ἀνέγγιχτες ἑβραιοποῦλες γιὰ νἄχουν τὴ λάτρα τῆς μικρῆς καὶ καμιὰ περιποίηση νὰ μὴν τῆς λείψει. Ὥσπου ἔγινε ἑνοῦ χρονοῦ τὸ κοριτσάκι καὶ ἔκανε γιορτάσι μεγάλο ὁ Ἰωακείμ, ὁποὺ προσκάλεσε τοὺς ἱερεῖς καὶ γραμματεῖς μαζὶ μὲ τοὺς σοφοὺς γερόντους καὶ ὅλο τὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ ζύγωσε στοὺς ἱερεῖς ὁ Ἰωακεὶμ τὴν κοπελούδα καὶ ἐκεῖνοι τὴν εὐλόγησαν λέγοντας· ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἠμῶν, εὐλόγησε τὴν κοπελούδα τούτη καὶ δῶσε σ᾿ αὐτὴν ἕνα ὄνομα ποὺ νἆναι ὀνομαστὸ σὲ ὅλες τὶς γενεές. Καὶ φώναξε ὅλος ὁ λαὸς τὴν ὥρα κείνη· γένοιτο, γένοιτο, ἀμήν. Καὶ ὕστερα τήνε ζύγωσε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἐκεῖνοι τὴν εὐλόγησαν λέγοντας· ὁ Θεὸς τῶν ὑψωμάτων, ἐπίβλεψε σ᾿ αὐτὴ τὴν κοπελούδα καὶ εὐλόγησέ τη μὲ τὴν ἔσχατην εὐλογία σου, ἐκείνη ὁποὺ δὲν ἔχει παραπέρα. Καὶ τότε τὴν πῆρε ἡ μητέρα της καὶ τὴν ξανάφερε στὸ ἁγίασμα τῆς κρεβατοκάμαρης, καὶ τῆς ἔδωκε τὸ μαστὸ γιὰ νὰ βυζάξει. Καὶ ἔκανε τραγούδι στὸν Κύριο καὶ Θεό της ἡ Ἄννα λέγοντας· θὰ τραγουδήσω ἱερὴ ὠδὴ στὸν Κύριο καὶ Θεό μου, ὁποὺ μὲ ἐπισκέφτηκε μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ σάρωσε ἀπὸ πάνω μου τὰ κακολογήματα τῆς ἔχθρητας· καὶ μοῦ ἔδωκε ὁ Κύριος καρπό, ποὺ τὸν νιώθω σὰν χάρισμα τῆς μεγάλης του δικαιοσύνης, μονοούσιο καὶ πολυπλούσιο κατάντικρυ στὴ δοξασμένη του παρουσία. Ποιὸς θὰ ἀναγγείλει τὸ χαρμόσυνο νέο στοὺς υἱοὺς τοῦ Ρουβίμ, πῶς ἡ Ἄννα θηλάζει; ἀκοῦστε με, λοιπόν, ἀκοῦστε μέ, οἱ δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, ἀκοῦστε πὼς ἡ Ἄννα θηλάζει. Καὶ ἔβαλε τὴν κορούλα της νὰ πλαγιάσει στὴν κρεβατοκάμαρη τοῦ ἁγιάσματος, καὶ βγῆκε πάλι καὶ φρόντιζε τοὺς καλεσμένους σὲ κεῖνο τὸ γιορτάσι, ποὺ μετὰ τὸ δεῖπνο ἀποχώρησαν γιομάτοι εὐφροσύνη καὶ δοξάζοντας τὸ Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ.

VII
Ἡ παιδίσκη ὁλοένα μεγάλωνε, τὸ κύλισμα τοῦ χρόνου πρόσθετε τοὺς μῆνες ἀπάνω στὸ κορμάκι της, κι ὅταν ἔγινε δύο χρονῶν, τότε λέει ὁ πατέρας της ὁ Ἰωακείμ· ἂς τὴν πᾶμε τώρα στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ δώσαμε στὸν Κύριο, μὴ κι ἂν δὲν πᾶμε μᾶς ἀποστρέψει τὸ πρόσωπο καὶ δὲν τὸ κάνει καλοδεχούμενο τὸ δῶρο μας. Καὶ ἡ Ἄννα τοῦ ἀποκρίθηκε· ἂς περιμένουμε νὰ γίνει τριῶν χρονῶν τὸ κοριτσάκι μας, νὰ μὴ γυρεύει τὸν πατέρα ἢ τὴ μάνα. Καὶ εἶπε ὁ Ἰωακείμ· ἂς περιμένουμε. Καὶ ἔγινε τριῶν χρονῶν ἡ παιδίσκη, καὶ εἶπε ὁ Ἰωακείμ· φωνάχτε μου τὶς παρθένες κι ἀνέγγιχτες ἑβραιοποῦλες κι ἂς πάρει νὰ κρατεῖ μίαν ἀναμμένη λαμπάδα ἡ καθεμιά τους, γιὰ νὰ μὴν κάνει πίσω τὸ κορίτσι καὶ νὰ προχωρήσει πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν καρδιά του κυριεμένη ἀπ᾿ τὴν ἱερότητα. Καὶ ἔκαναν ὅπως τοὺς εἶπε καὶ ἔφτασαν καὶ μπῆκαν στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ ἐκεῖ τὴν ὑποδέχτηκε τὴν παιδίσκη ὁ ἱερέας, πού, ἀφοῦ πρῶτα τὴ φίλησε, τὴν εὐλόγησε ὕστερα καὶ εἶπε· ὁ Κύριος ἔχει κάνει μεγάλο τ᾿ ὄνομά σου σὲ ὅλες τὶς γενεές· μὲ σένα θὰ φανερώσει μία μέρα ὁ Κύριος τὴ λύτρωση τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ὅταν ἔρθει ἡ ὑπερκόσμια καὶ μητρική σου ὥρα. Καὶ τὴν ἔβαλε στὸ τρίτο σκαλοπάτι στὸ θυσιαστήριο καὶ δέχτηκε τὴ χάρη τοῦ Κυρίου ἡ παιδίσκη,καὶ ὅπως ἤτανε καθισμένη ἔκανε μὲ τὰ πόδια της ὡσὰν νὰ χόρευε χαρούμενες κινήσεις, καὶ ὅλος ὁ κόσμος τῆς ἔδειξε μίαν ἀτέλειωτη ἀγάπη.

VIII
Καὶ ἐβγήκαν οἱ γονεῖς τῆς παιδίσκης ἀπ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου θαυμάζοντας καὶ αἰνώντας τὸν οὐράνιο δεσπότη, ποὺ ἡ μικρὴ δὲν ἔκανε πίσω, μὰ ἀντίθετα, στάθηκε τόσο δεχτικὴ στὴν ἱερότητα, παρὰ τὴ νηπιακή της ἡλικία. Καὶ ἐζοῦσε ἡ Μαρία στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου σὰν ἄσπιλη περιστέρα, τσιμπολογώντας ἀπὸ χέρι ἀγγέλου τὴν τροφή της. Καὶ ὅταν κύλησαν δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, ὁποὺ ἔζησε μέσα στὸ ναό, τὸ ἱερατεῖο ἔκανε συμβούλιο καὶ διερωτήθηκαν· τί τώρα θὰ κάνουμε γι᾿ αὐτήν, ὁποὺ μπορεῖ σὰν θηλυκὸ νὰ μιάνει τὸ ἁγίασμα τοῦ Κυρίου; Καὶ εἶπαν τοῦ ἀρχιερέα οἱ ἱερεῖς· ἐσὺ ὁποὺ εἶσαι ὁ ὑπέρτερος ἀπάνω στὸ θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου, ἔμπα καὶ κᾶνε προσευχὴ γι᾿ αὐτὴ τὴν κοπελούδα, κι ὅ,τι σου φανερώσει ὁ Κύριος, αὐτὸ καὶ θὰ πράξουμε. Καὶ ἐμπῆκε ὁ ἀρχιερέας, φορώντας τὸ μὲ δώδεκα κουδούνια δεσποτικό του ἱμάτιο, στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, καὶ προσευχήθηκε γιὰ τὴν παιδούλα. Καὶ ἰδοὺ τὴν ὥρα κείνη ὁποὺ φανερώθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ ἔλεγε στὸν ἀρχιερέα· Ζαχαρία, Ζαχαρία, ἔβγα καὶ σύναξε ὅλους ἐκείνους ὁποὺ χηρεύουν ἀπ᾿ τὸ λαό σου, καὶ στεῖλε μήνυμα νὰ φέρουν ὅλοι τους ἀπὸ ἕνα ραβδί, καὶ σ᾿ ὅποιονε φανερώσει τὸ σημάδι του ὁ Κύριος, ἐκεῖνος θὲ νὰ πάρει γιὰ γυναίκα τοῦ τὸ κοράσι. Καὶ ἐβγήκαν οἱ κήρυκες καὶ διαλάλησαν τὸ κάλεσμα σ᾿ ὁλάκερη τριγύρω τὴν Ἰουδαία, κι ἀκούστηκε ἡ σάλπιγγα τοῦ Κυρίου, καὶ τρέξαν ὅλοι τους ἀπὸ ὁλόγυρα οἱ χηρευάμενοι.

IX
Καὶ ρίχνοντας χάμω τὸ σκεπάρνι του ἐβγῆκε κι ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ ὅλους τους ἄλλους. Κι ἀφοῦ καλοσυνάχτηκαν ὅλοι τους ἀπὸ ὁλόγυρα, ἐξεκίνησαν γιὰ νὰ πᾶνε στὸν ἀρχιερέα, κρατώντας ὁ καθένας τὸ ραβδί του. Καὶ παίρνοντας τὰ ραβδιά τους ὀλωνῶν ὁ ἀρχιερέας, ἐμπῆκε μ᾿ αὐτὰ στὸ ἱερὸ καὶ προσευχήθηκε. Κι ἀφοῦ περάτωσε τὴν προσευχή του τὴν ὁλόψυχη, παίρνει μαζί του τὰ ραβδιὰ καὶ βγαίνοντας τοὺς τὰ δίνει πάλι. Καὶ σημάδι στὰ ραβδιὰ δὲν ἔδειξε κανένα ὁ Κύριος. Κι ὁ Ἰωσὴφ ἤτανε κεῖνος ὁποὺ ἐπῆρε τὸ τελευταῖο ραβδί. Καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ ἐβγῆκε ἀπ᾿ τὸ δικό του τὸ ραβδὶ μία περιστέρα, ὁποὺ φτερούγισε καὶ κάθησε στὸ κεφάλι τοῦ Ἰωσήφ. Καὶ εἶπε στὸν Ἰωσὴφ ὁ ἱερέας· ἐσένα σοῦ ἔπεσε ὁ κλῆρος γιὰ νὰ πάρεις τὴν παρθένα τούτη-δῶ τοῦ Κυρίου. Κι ὁ Ἰωσὴφ ἀντιλέγοντας εἶπε· μὰ ἔχω γυιοὺς νεανίσκους καὶ εἶμαι μεγάλος γι᾿ αὐτὴ τὴ μικρὴ κορασίδα· φοβᾶμαι πὼς θὰ γίνω ὁ περίγελως τοῦ κόσμου. Καὶ εἶπε στὸν Ἰωσὴφ ὁ ἱερέας· τὸν Κύριο καὶ Θεό σου νὰ φοβᾶσαι, κι ἀναθυμήσου τρομάζοντας μὲ πόση σκληρότητα τιμωρήθηκαν ἀπ᾿ τὸν Κύριο οἱ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν καὶ Κορέ, τὸ πῶς ἡ γῆ διχάστηκε στὰ δύο καὶ τοὺς κατάπιε σὰν θεριὸ γιὰ τὴν ἀντιλογία τους. Γι᾿ αὐτὸ τὴν ὥρα τούτη στοχάσου μὲ φόβο Ἰωσὴφ τὸν Κύριο, μήπως μία τέτοια συμφορὰ χτυπήσει καὶ τὸ σπίτι τὸ δικό σου. Καὶ τὸν ἔπιασε φόβος μεγάλος τὸν Ἰωσὴφ καὶ ἐπῆρε μαζί του τὴν κορασίδα στὸ σπιτικό του. Καὶ εἶπε στὴ Μαριὰμ ὁ Ἰωσήφ· ἰδοὺ ὁποὺ ἐγὼ σὲ ἐπῆρα στὸ σπίτι μου ἀπ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου, καὶ τώρα θὲ νὰ σ᾿ ἀφήσω μοναχὴ στὸ σπίτι, γιατὶ πρέπει νὰ πάω γιὰ δουλειὰ στὶς οἰκοδομές, κι ὅταν ἀποστερέψω τὴ δουλειά μου θὲ νὰ γυρίσω πίσω σὲ σένα· στὸ μεταξὺ θὰ σὲ ἔχει στὴ φύλαξή του ὁ Κύριος.

X
Καὶ ἔγινε συμβούλιο τῶν ἱερέων ὁποὺ ἐλέγασι· νὰ ὑφάνουμε σκέπασμα στὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ εἶπε τότε ὁ ἱερέας· φωνάχτε μου παρθένες ἀνέγγιχτες ποὺ νἆναι ἀπ᾿ τὴ φάρα τοῦ Δαυίδ. Καὶ ἐβγήκαν οἱ ὑπερέτες γυρεύοντας καὶ εὔρηκαν ἑφτὰ παρθένες. Κι ἀναθυμήθηκε τότε ὁ ἱερέας ἐκεῖνο τὸ κοράσι τὴ Μαριὰμ ὁποὺ ἤτανε ἀπ᾿ τὴ φάρα τοῦ Δαυίδ, καὶ ἤτανε κι ἀνέγγιχτη παρθένα ἀφιερωμένη στὸν Κύριο. Καὶ ἐβγήκαν οἱ ὑπερέτες καὶ ἐπήγασι καὶ τὴν ἔφεραν καὶ ἐκείνη. Κι ὅλες μαζὶ τὶς ὁδηγῆσαν ὕστερα μέσ᾿ τὸ ναὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ εἶπε τότε ὁ ἱερέας· βάλετε κλῆρο γιὰ τὸ ποιὰ θὰ γνέσει τὸ χρυσὸ καὶ ποιὰ τὸ ἀμίαντο, ποιὰ θὰ γνέσει τὸ βύσσινο καὶ ποιὰ τὸ μεταξένιο, καὶ ποιὰ τὸ ὑακίνθινο καὶ ποιὰ τὸ κόκκινο καὶ τὴν ἀληθινὴ πορφύρα. Καὶ ἔλαχε στὴ Μαριὰμ ἡ ἀληθινὴ πορφύρα καὶ τὸ κόκκινο, καὶ παίρνοντας μαζί της τὰ ὁποὺ τῆς ἔλαχαν γιὰ γνέσιμο γύρισε ὀπίσω στὸ σπιτικό της. Καὶ ἤτανε ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁποὺ ἔμεινε ἄλαλος ὁ Ζαχαρίας κι ὡσότου νὰ ξαναποχτήσει τὴ φωνή του τὸν ἀντικατάστησε στὸ ναὸ ὁ Σαμουήλ. Καὶ ἡ Μαριὰμ ἀρχίνησε νὰ κλώθει δουλεύοντας τὸ κόκκινο.

XI
Καὶ ἐπῆρε τὴ στάμνα καὶ ἐπῆγε γιὰ νερὸ στὴ βρύση· καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ ἀκούστηκε φωνὴ ὁποὺ τῆς ἔλεγε· χαῖρε ἐσὺ ἡ χαριτωμένη, μαζί σου εἶν᾿ ὁ Κύριος· εὐλογημένη εἶσ᾿ ἐσὺ ἀνάμεσα σὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Καὶ ἐθώρηγε ζερβόδεξα νὰ καταλάβει πούθενες ἐρχότανε ἐκείνη ἡ φωνή. Καὶ τὴν ἔπιασε μεγάλος τρόμος καὶ γύρισε ὀπίσω στὸ σπιτικό της καὶ ἀπόθεσε τὴ στάμνα, καὶ παίρνοντας τὴν πορφύρα στὰ χέρια τῆς ἀρχίνησε νὰν τὴ γνέθει ἀπάνω στὸ θρονί της. Καὶ ἰδοὺ τότε ὁποὺ φάνηκεν ἐμπροστά της ἄγγελος Κυρίου ὁποὺ τῆς ἔλεγε· μὴ νιώθεις μέσα σου κανένα φόβο Μαριάμ· ἐσὺ εἶσαι ἐκείνη ὁποὺ εὐρῆκες τὴ χάρη κατάντικρυ στὴν ὁλόφωτη κι ἀνέσπερη δόξα τοῦ οὐράνιου δεσπότη...

Νίκος Καροῦζος - Fragmenta γιὰ τὴ Μάνα τοῦ Χριστοῦ, Συλλεγμένα καὶ μεταφρασμένα εἰδικὰ γιὰ τὸ περιοδικὸ Ἐποπτεία, τ.20, σελ.224-229

βλ. http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/prose/nikos_karoyzos_fragmenta.htm

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΔΙΑΒΑΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Συνολικές προβολές σελίδας

FeedBurner FeedCount