Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

την άλλη Κυριακή

Σύντομη και βιαστική τούτη η επίσημη προεκλογική περίοδος με γυαλιστερά πολιτικά μηνύματα, προσεχτικά σχεδιασμένα και κανονισμένα για να χωρέσουν μέσα στον ορισμένο τηλεοπτικό χρόνο, σε ένα τηλεοπτικό δελτίο, στους ατέρμονους δίλεπτης διάρκειας μονολόγους έκαστος στις εκπομπές ενημέρωσης. Η πολιτική (με Θεό ή χωρίς θεό, ο καθείς, ας επιλέγει ακόμη ελεύθερα), Μεσσίες και το σωτηριολογικό μήνυμα για ευσεβείς και ασεβείς, ιερατεία κατακεραυνόνωντας με αυστηρό και πύρινο λόγο ή παραινώντας με μειλίχια χαμόγελα και λόγια παραμένει κυρίαρχη. Κάποιοι περιμένουν την άλλη Κυριακή να επέλθει η Δευτέρα Μεταπολίτευση, κι άλλοι να ξεκινήσει ή να συνεχιστεί η επίγεια χιλιετής βασιλεία. Κι είναι και άλλοι που περιμένουν τον μέλλοντα παράδεισο που όλο έρχεται, αλλά ακόμη δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να ξεκινήσει η κατασκευή του. Μερικά συνθήματα συνεχίζουν να επιβιώνουν, ως συλλογή απολιθώματων ή σαν πλαστικά τριαντάφυλλα σε βάζο κρυστάλλινο στο επτασφράγγιστο σαλόνι που ανοίγει μόνο για τις επίσημες επισκέψεις, μαζί με φωτογραφίες σεβάσμιων πατριαρχών σε χρυσοποίκιλτες κορνίζες.

Στη δίχρωμη μακρά διάρκεια του πολιτικού παρελθόντος οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι πιθανόν για τον καθένα να κατέχουν στον καθένα μια διαφορετική θέση στην μνήμη του σε αντίθεση με τους πρωταγωνιστές τους. Ίσως για κάποιους και να μην κατέχουν πια καμιά θέση έχοντας απωθηθεί ενοχικά βαθιά μέσα στο μυαλό. Είναι και αυτοί που λένε «αν οι εκλογές άλλαζαν κάτι, τότε θα ήταν παράνομες», αλλά αυτό μπορεί πολύ ωραία να στέκει σαν υπεκφυγή πάνω σε κάποιους τοίχους για να δικαιολογούνται οι διάφοροι κυρ-Παντελήδες.

Αυτή φορά και πέρα από τα όποια διλήμματα, υπαρκτά κι ανύπαρκτα, αυτά που προβάλλουν και τα άλλα που αφήνουν να υπονοούνται, θα πρέπει ο καθένας να επιλέξει ανάμεσα στα δυο:
τον σεβασμό στο κέρδος ή στον άνθρωπο,
που σημαίνει με άλλα λόγια,
ολοκληρωτισμός ή δημοκρατία.








Σάββατο 14 Απριλίου 2012

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.

―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
―Ὄχι, ἡ δική μου.
―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.
―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.
― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;
―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!
― Τέτοια παλιολαμπάδα!
― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…
― Νά κ᾽ ἐσύ!
― Νά κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά,
 


Χριστός Ανέστη!



Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Ο ήλιος συνεχίζει να λάμπει. Η άνοιξη συνεχίζει να ανθίζει.

Μπροστά στην είσοδο της Παλιάς Φιλοσοφικής στέκεται μια κοπελιά, με το πτυχίο στο ένα χέρι και λουλούδια στο άλλο. Ο φωτογράφος ασταμάτητα παγώνει τη στιγμή. Κι άλλοι φωτογράφοι. Μάλλον θα είχε κάποια ορκομωσία.
Έξω από το Σχολείο των Νέων Ελληνικών μια παρέα φοιτητών στέκεται κατάματα στον ήλιο και μιλά στα αγγλικά.
Κάνουμε μια βόλτα γύρω γύρω. Ο ήλιος κάνει τα πάντα να αστράφτουν. Η άνοιξη ανθίζει στο προαύλιο και τα παγκάκια. Απο μακριά βλέπω μια γνωστή φυσιογνωμία. "Σταύρο"! Ξαφνιάστηκε. Εκεί που δεν το περιμένεις μπορείς να συναντήσεις τον οποιονδήποτε. Ανέβηκε κι αυτός για κάποιες δουλειές. Τα είπαμε λίγο.  
Μεσημεράκι στο ισόγειο της Νέας Φιλοσοφικής φοιτητόκοσμος πάει κι έρχεται. Μερικοί περιμένουν να μπουν στα αμφιθέατρα, κάποιοι μόλις βγήκαν. Φυλλοροούν κι ανθίζουν χάρτινα μονόχρωμα και πολύχρωμα μηνύματα μεγάλων και μικρών διαστάσεων με όμορφες γραμματοσειρές και μερικά σε μέγεθος Α4. Και διαφημίσεις. Τα τραπεζάκια, έτσι σχεδόν όπως τ' άφησα/με πριν καμιά εικοσαριά χρόνια με τα ίδια ονόματα, μερικά και με άλλα ονόματα, στις ίδιες όμως θέσεις με κόσμο να κάθεται από πίσω, στο πλάι κι επάνω τους. Κάποιοι μιλούν, κάποιοι κοιτάζουν βαρυεστημένα  γύρω τους, πίνουν καφέ. Οι φωνές ανακατεύονται με ήχους από τα κινητά. 
Βγαίνω έξω. Έχω λίγο χρόνο ακόμη.  Ανάβω τσιγάρο. Δίπλα μου μια παρέα αραγμένη στα σκαλιά λιάζεται. Δεν πολυμιλούν μεταξύ τους.
Σε λίγο μια κοπελιά ντυμένη στα μαύρα έρχεται και στέκεται ανάμεσά τους στο ψηλότερο σκαλοπάτι. "...στρατσόχαρτο...Καταδικάζουμε...ένα να βάλουμε έξω από...εσύ, Γιώργο...".
Η κοπελιά ορίζει στην παρέα τι πρέπει να κάνει ο καθένας και κάποια κεφάλια κουνιούνται συγκαταβατικά.
Κόσμος συνεχίζει να μπαινοβγαίνει. "Ε, Μαρίνο...." φωνάζει κάποιος δίπλα μου κάποιον αδύνατο κατσαρομάλλη που περνά και κοντοστέκεται. Αυτός όμως δε φορά γυαλιά.

Κατεβαίνω στο Μουσείο Εκμαγείων. Η ώρα έφτασε. Συναντιέμαι απ' έξω με κάποιους φίλους που είχαμε κανονίσει να βρεθούμε. Κάθομαι σε μια από τις άβολες θέσεις. Για δυο ώρες.

Έξω ο ήλιος συνεχίζει να λάμπει. Η άνοιξη συνεχίζει να ανθίζει. Φοιτητόκοσμος πάει κι έρχεται. Άλλη παρέα κάθεται τώρα στα σκαλιά. Κι η δικιά μας παρέα περπατάει για τη Ροτόντα, για ουζάκια.

          

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

τι είναι τα ποιήματα;

Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν’ ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; Είναι φάρμακα;
είναι γάζες επίδεσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.



ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος
(από τη συλλογή Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας, Θεσσαλονίκη, Εγνατία, 1979)


Με το ποίημα αυτό του Ν. Καρούζου ας θυμηθούμε πως σήμερα είναι η μέρα που γιορτάζουν όλοι αυτοί κι όλες αυτές που γράφουν, διαβάζουν και μιλούν με ποιήματα.
Το αφιερώνω στον Τσαλαπετεινό ως μια υπέρβαση της χοϊκότητας, [ξέρει αυτός...].

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ένας ένας, μη σκουντιέστε...

Δύσκολοι, πολύ δύσκολοι καιροί. Έπρεπε να το φτιάξουμε, επιτέλους, το Ρωμέικο και μάλιστα με τα ίδια τα χεράκια μας κι αφού δε χωράγαμε όλοι στο «λουφέ», έπρεπε οι μισοί να βγούνε «μπιελάρ» για να ζήσουν σαν άνθρωποι οι άλλοι μισοί. Τι μου λες τώρα για Δαλαμάγκες και για Μήτσους; Αυτοί δεν ήταν με κανέναν κι ήτανε μ’ όλους κι αυτό απαγορεύονταν αυστηρώς και δια ροπάλου, διότι «ο μη μεθ΄ ημών καθ’ ημών» και πάει-σκόλασε· τον έφαγε η μαρμάγκα και τον κατάπιε το μαύρο σκότος. Άσε που μοιράσανε και τις καινούργιες πιπίλες στον κοσμάκη, να τις γλύφει και να ξεγελάει την πείνα του κορμιού και της ψυχούλας του, περί δήθεν μιας καλύτερης αύριον ή περί περασμένων μεγαλείων που διηγώντας τα να κλαις.



Και πρώτα πρώτα έπρεπε ν’ αναστήσουμε την εθνική οικονομία μας· άλλοι χαντακώσανε το βιος του κοσμάκη κι οι ίδιοι, οι φουκαράδες, οι ξετιναγμένοι, έπρεπε να πληρώσουνε το μάρμαρο. Και τότε, ω του θαύματος! Νάσου τοι οι δωσίλογοι της κατοχής, που μεταβαφτιστήκανε σε «σωτήρες του έθνους», σάματις ο ντελβές να γίνεται ποτέ καϊμάκι και οι κατεδαφιστές, πρωτομάστοροι. Μα, ως πρωτομάστοροι έπρεπε να την τηλώσουνε πρώτα οι ίδιοι τους και να σταθούνε στα ποδάρια τους. Κι έτσι, γεμίσαν τ’ αντερίτσι τους χάφτοντας με τα χρυσά κουτάλια τα «σχέδια Μάρσαλ» και τα λοιπά αποτρόπαια που συμβαίνανε σ’ αυτό τον έρμο τόπο, αυτόν που τον κατάντησαν αυτοί οι κακούργοι, οι ανά τους αιώνες ξετσίπωτοι σπεκουλαδόροι σε σωστό κωλοχανείο. Αυτοί, λοιπόν, οι μπάσταρδοι, οι κατοχικοί λεχρίτες και οι προπολεμικές οι μαστοράντζες, αυτές οι γενεές γενεών βδέλλες, που καταπίνανε το αίμα του κοσμάκη, βρήκανε, επιτέλους, πώς θα στομώσουνε το ταμάχι τους και πετάγανε ένα κόκαλο στο δύσμοιρο, ας πούμε, πρόσφυγα και του τρώγανε λάχανο το οικοπεδάκι του της «πρόνοιας». Και μόλις σήκωναν ταμπέλα «πωλούνται διαμερίσματα», βάζανε τους άστεγους, τους φουκαράδες στην αράδα και «ένας ένας, μη σκουντιέστε», τους πούλαγαν τα μελλοντικά μεγαλουργήματά τους· κάτι σκατοδιαμερίσματα, που να ’ρθει η ώρα σου να πεθάνεις εκεί μέσα κι άλλο να μη σκέφτεσαι, εξόν απ’ τη βλασφήμια και το βρισίδι, που θα σου ρίξουν τα κοράκια, μιας κι έπρεπε να σε βγάλουν στα όρθια μες στην κάσα σου, αφού πού να χωρέσεις να περάσεις ξαπλωτός από ’κείνους τους, μισό, κι ούτε μέτρο, διαδρόμους;
Έτσι γινήκανε οι πλούσιοι σ’ αυτόν τον τόπο και το παίζουν αριστοκρατία και σκάρωσαν και τις δυναστείες τους, στρατιές ολόκληρες από κακομαθημένους γιους κι εγγόνους –ηλίθια κωλόπαιδα –που τα βλέπεις ν’ αγωνίζονται απεγνωσμένα, να χτυπάνε τον κώλο τους από καταγής, να κάνουν γιάγμα τον προγονικό τους μπεζαχτά κι αυτός εκεί, να μη λέει να στερέψει με καμιά κυβέρνηση.


Τόλης Καζαντζής,
Η δροσούλα [απόσπασμα], Το τελευταίο καταφύγιο και άλλα διηγήματα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1989, 40-42

και εδώ






Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΔΙΑΒΑΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Συνολικές προβολές σελίδας

FeedBurner FeedCount