Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Οι γάτες της Πόλης

[Η Λωξάντρα] " Όταν, ύστερα από δυο εβδομάδες, έφυγε απ’ τα Ταταύλα, μόλις πάτησε το πόδι της στο Μακροχώρι, αμέσως στη μύτη της ήρθε η μυρωδιά του σπιτιού της, η μυρωδιά του κήπου της και η μυρωδιά από τον κήπο του Ρεσάτ πασά που ήταν δίπλας τον δικό της. Οι απριλιάτικες βροχές είχανε σταματήσει και τα κυπαρίσσια από τον κήπο του Ρεσάτ πασά ήτανε καταπράσινα. Ο πλάτανός της είχε τινάξει τα νέα φυλλαράκια του και πάνω απ’ το ντουβάρι φαίνονταν οι καινούργοι κλώνοι από το αιγόκλημά της. Η μικρή πόρτα του κήπου της ήταν ανοιχτή και στο κατώφλι κάθουνταν η γάτα της η Καλυψώ,-άσπρο πονπόνι πούντρας, τιφτίκι ανατολίτικο. Σεχερεζάντ από τις χίλιες και μια νύχτες των παραμυθιών. Ωραία των ωραίων ανάμεσα στις γάτες της Ανατολής. Και μόλις την είδε την Λωξάντρα από μακριά, τη γνώρισε! Αχ! Αυτό δεν είναι η χαρά. Και οι σκύλοι της γειτονιάς τη γνώρισαν."

Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάντρα (1963)

"Οι γάτες της Πόλης έχουν πιο ανατολίτικη συμπεριφορά από τους δίποδους κατοίκους της. Τις βλέπετε να γλιστρούν αθόρυβα στους δρόμους, κοιτώντας ανήσυχα μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρα τους, ενώ τα αφτιά τους στρέφουν σαν ραντάρ στην παραμικρή υποψία εχθρικού βήματος, έτοιμες για δράση μόλις τους δοθεί η ευκαιρία να παρανομήσουν, καιροφυλακτώντας πάντα για μια λεηλασία ή ένα γιουρούσι, με περπατησιά γεμάτη χάρη και με λουσάτη φορεσιά, αυτές οι εγκληματίες αριστοκράτισσες των σοκακιών, διεφθαρμένες από τη γρατζουνισμένη τους μουσούδα έως τη δαγκωμένη τους ουρά, ανατολίτισες από τα στραφταλιστά αχάτινα μάτια πάνω στο αιγυπτιακό κεφάλι τους ως τα φονικά, εξασκημένα στα καλντερίμια, νυχοπόδαρα τους."

John Freely, Εικόνες από την Πόλη, (μτφρ. Μ. Αργυράκη), Printa 2007


"Να περπατήσεις στο Αρναούτκιοϊ και να χαζέψεις το γάτο της κυρίας Λουλούς, που παραμονεύει στην αποβάθρα για να αρπάξει με το πόδι του το ζαλισμένο από τα ορμητικά ρεύματα ψάρι."

Μαριάννα Κορομηλά, Η Μαρία των Μογγόλων, εκδ. Πατάκης 2008

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Η κυρα-Κακή και οι δώδεκα μήνες

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια κακόψυχη κυρούλα, που δεν έλεγε ποτέ της καλό λόγο και γι’ αυτό όλοι την έλεγαν κυρα-Κακή.
Μια μέρα η κυρα- Κακή πήγε στο δάσος για να μαζέψει ξύλα για το τζάκι της.
Εκεί συνάντησε 12 παλικάρια. Ήταν οι δώδεκα μήνες του χρόνου.
-Γεια σου, γριούλα.
-Φύγετε απ’ το δρόμο μου, βρoμόπαιδα. Τι θέλετε και με ενοχλείτε;
-Θέλουμε να σε ρωτήσουμε ποιο μήνα του χρόνου αγαπάς περισσότερο.
Η κυρα-Κακή είχε για όλους μια κακή κουβέντα να πει…
-Δεν αγαπώ κανένα. Όλοι τους είναι χάλια. Ο ένας είναι χειρότερος από τον άλλον.
Ο Γενάρης με παγώνει με τα χιόνια του.
Ο Φλεβάρης με ζαλίζει με τα καρναβάλια του.
Ο Μάρτης με γεμίζει σπυράκια, όταν ξαναγεννιέται η φύση.
Ο Απρίλης με λερώνει, γιατί πρέπει να βάφω τα αυγά κόκκινα.
Ο Μάης έχει βρoμοπαπαρούνες.
Ο Ιούνης κι ο Ιούλης με τα μπάνια στη θάλασσα με γεμίζουν άμμο και φύκια.
Ο Αύγουστος έχει καύσωνα και μύγες.
Ο Σεπτέμβρης είναι χάλια, γιατί ανοίγουν τα σχολεία και γεμίζει ο τόπος παιδικές φωνές.
Ο Οκτώβρης με κουράζει, όταν μαζεύω τα παλιοκάστανά του.
Ο Νοέμβρης φέρνει τις παλιοβροχές και τους άχρηστους τους κεραυνούς του που με τρομάζουν
κι ο Δεκέμβρης με ξεπαραδιάζει με τα χαζοδώρα που πρέπει να πάρω στα κοκομαθημένα τα εγγονάκια μου…
Οι δώδεκα μήνες του χρόνου δυσαρεστήθηκαν πάρα πολύ με την απάντηση της γριούλας. Δεν περίμεναν να ήταν τόσο σκληρή. Σκέφτηκαν όμως καθώς έφευγε να της δώσουν τρία τσουβάλια, λέγοντας πως έπρεπε να τα ανοίξει στο σπίτι της.
Η γριούλα πήγε βιαστικά στο σπίτι της για να ανοίξει τα τσουβάλια. Ήταν περίεργη να δει τι είχαν μέσα.
Όταν άνοιξε το πρώτο τσουβάλι είδε έκπληκτη ότι ήταν γεμάτο φίδια!
Το δεύτερο ήταν γεμάτο κατσαρίδες!
Τέλος το τρίτο γεμάτο με σαύρες!
Έτσι, η κυρα-Κακή πήρε το μάθημά της κι από τότε έγινε καλή κι όλοι πια τη φωνάζουνε : η κυρα-Καλή!




ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: Πρόκειται για μια διασκευή του γνωστού λαϊκού παραμυθιού, την οποία βρήκα τυχαία, όπως το επεξεργάστηκαν μαθητές από το 33ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης που στεγάζεται στο 'Ασυλο του Παιδιού (31/10/08).
http://blog33.wordpress.com/%ce%b7-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%ba%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%b4%cf%8e%ce%b4%ce%b5%ce%ba%ce%b1-%ce%bc%ce%ae%ce%bd%ce%b5%cf%82/.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Το ταξίδι των μάγων



Το ταξίδι των μάγων

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ' αρχής πάλι το ταξίδι
ν' αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει...
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι' η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι' ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ' αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι' αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ' οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι' υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

Εν συντριβή βαδίζοντα.

Ζωή Καρέλλη,


Από τη συλλογή Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα (1955)




ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

κι

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2010

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Ο γιος μου όλο προκηρύξεις, η δε κόρη μου έχει φρονήματα Μαοϊκά

Χωρίς ελπίδες στο ζαχαροπλαστείο

Οι γλυκές κουρασμένες κυρίες
μελαγχολούν δύο-δύο
εις το ζαχαροπλαστείο
με δαιμονέ ιστορίες.


"Θυμάσαι το κίνημα του Δεκέμβρη;
Τι εποχή κι αυτή!
Αχ, αυτές οι αριστερές κυβερνήσεις
τι αγενείς αναμνήσεις!


Φέτος έβαψα το μπάνιο φιστικί.
Περάσαμε πάντως
εφτά χρόνια με ηρεμία,
έχω κι αυτή την υπνηλία!"


Οι γλυκές κουρασμένες κυρίες
όλο βαριούνται δύο-δύο
όλο στο ζαχαροπλαστείο
κι όλο θυμούνται ιστορίες.


"Ο γιος μου όλο προκηρύξεις
η δε κόρη μου ήξεις αφήξεις,
έχει φρονήματα Μαοϊκά
και με πληγώνει.
Αχ, τι γεροδεμένο γκαρσόνι!
Παίρνουμε ακόμη δυο γλυκά;"


Οι παλιές πονεμένες κυρίες
σιωπηλές και οι δυο
όλο παλιές ιστορίες
στο ζαχαροπλαστείο.


Στίχοι: Παύλος Μάτεσης
Μουσική: Νίκος Δανίκας
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Μαρίνος

Ροζ προκηρύξεις - 1976

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Κοσμά του Ινδικοπλεύστη

Τριγυριστής της Ινδικής στα νιάτα του ο Κοσμάς,
πίστεψε στα γεράματα πως θα καλογερέψει.
Κυρά θαλασσοθάνατη, στα χέρια του έχεις ρέψει,
που στα στερνά τα μάρανε το αλέτρι κι ο κασμάς.

Όπου έφτασες, κάθε χρονιά θερίζουν τρεις φορές.
Την Ταπροβάνη εδιάλεξες κι είχες καιρό ποδίσει.
Τώρα μασάς αμύγδαλα και προσφορές ξερές,
και το λιβάνι οσμίζεσαι που μοιάζει με χασίσι.

Εκεί, Ταμίλες χαμηλές που εμύριζαν βαριά,
Σιγκαλινές με στήθη ορθά τριγύρω σου λεφούσια.
Εδώ λυγίζεις το κορμί με τ' αχαμνά μεριά
και προσκυνάς τη Δέσποινα τη Γαλακτοτροφούσα.

Πήγες εκεί που εδίδασκε το πράσινο πουλί,
όπου της μάγισσας ο γιος θ' αντάμωνε το στόλο.
Έλυνε εκείνος με σπαθί όσα η γραφή διαλεί.
Μα εσύ ξηγάς τα αινίγματα καινούργιων Αποστόλων.

Μπροστά στου τρεις ελέφαντες ντυμένοι στα χρυσά,
Όξω απ' του Βούδα τη σπηλιά, ψηλά στην Κουρνεβάλα.
Τώρα σκοντάφτεις, Γέροντα, στου δρόμου τα μισά
και πας για να λειτουργηθείς σε γάιδαρο καβάλα.

Μαζεύει ο ναύτης τον παρά κουκί με το κουκί
και πολεμά σε ψήλωμα να στήσει το αγκωνάρι.
ʼλλοι σαλπάρουν Αύγουστο για Νότιο Σινική
και το γλεντάν στο Βοθνικό, Δεκέμβρη και Γενάρη.

Όταν πιστεύω θάλασσα μονάχα και βυθό
και προσκυνάω για κόνισμα έναν παλιό αστρολάβο,
πες μου, στην άγια πίστη σου, πως να προσευχηθώ;
σε ποιον να ξομολογηθώ και που να μεταλάβω;

Ο Θεός είναι πανάγαθος, Κοσμά, και συχωρά,
Όμως γδικιέται αμείλιχτος ο γέρο - Ποσεοδώνας.
Το 'δανε λένε βουτηχτές: του σαλαχιού η ουρά
να γαργαλάει στα χαμηλά, τα χείλια της στρειδώνας.


Νίκος Καββαδίας
από το ΤΡΑΒΕΡΣΟ
1η έκδοση: Κέδρος, 1975
2η έκδοση: Αγρα, 1990
η αντιγραφή αφιερωμένη στον Δύτη που αναρωτιέται....

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΔΙΑΒΑΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Συνολικές προβολές σελίδας

FeedBurner FeedCount