Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

έξω από το Πολυτεχνείο....φοβάμαι πολλούς ανθρώπους


Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Μανώλης Αναγνωστάκης




Όπως σημειώνει ο Ν. Σαραντάκος : Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή. Το αναδημοσιεύει από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.

και μετά τους "εορτασμούς"

Επιτύμβιον

Πέθανες κι έγινες κι εσύ: ο καλός.

Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,

εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που πρόσφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το 'ξερα τι κάθαρμα ήσουν,

τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.

Κοιμού εν ειρήνη δε θα 'ρθω την ησυχία σου να ταράξω.

(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω

πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).

Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,

ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

το τείχος


Τείχη


Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Αλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη•

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1896)

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Κλείνει η Στέγη Ανηλίκων Βόλου

Τελικά, η Στέγη Ανηλίκων Βόλου ανέστειλε τη λειτουργία της από 6/11/2009....






Οι Στέγες Ανηλίκων έχουν χαρακτηρισθεί ως "στέγες ευαισθησίας σε μια πολιτεία αδιαφορίας" [1]. Τα παιδιά αυτά δεν στερούνται απλά οικογενειακού περιβάλλοντος, αλλά προέρχονται από διαλυμένες οικογένειες ή και ανύπαρκτες, και ορισμένα έχουν υποστεί κακοποίηση από το ίδιο το οικογενειακό τους περιβάλλον.Τελικά, κλείνει η Στέγη Ανηλίκων Βόλου, λόγω της μη έγκρισης του απαραίτητου στελεχιακού προσωπικού.

Σε αναστολή της λειτουργίας της οδηγείται προς το τέλος της τρέχουσας εβδομάδας ή στις αρχές της επόμενης, η «Στέγη Φιλοξενίας Ανηλίκων Βόλου» στην οποία σήμερα φιλοξενούνται περίπου δέκα παιδιά, τα οποία στερούνται οικογενειακού περιβάλλοντος.

Για το θέμα αυτό μάλιστα αναμένεται να συνεδριάσει το Διοικητικό Συμβούλιο στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η Στέγη, προκειμένου να λάβει τις οριστικές του αποφάσεις.

Ως βασική αιτία για την παραπάνω εξέλιξη, είναι η μη έγκριση ακόμη από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών του απαραίτητου στελεχιακού προσωπικού ορισμένου χρόνου και κατά συνέπεια και η μη έλευσή του, κάτι που σύμφωνα με τους υπευθύνους λειτουργίας της Στέγης θα έπρεπε να είχε γίνει από τις αρχές του παρελθόντα Σεπτεμβρίου, όπως γινόταν κάθε χρόνο.Ωστόσο, λόγω των εθνικών εκλογών, αλλά και των αλλαγών που επήλθαν τόσο στα πρόσωπα της ηγεσίας όσο και στη δομή του Υπουργείου, έως τώρα δεν κατέστη δυνατόν να ορισθούν τα αναγκαία στελέχη διαφόρων ειδικοτήτων που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της Στέγης Φιλοξενίας Ανηλίκων Βόλου, με αποτέλεσμα αυτή να είναι αναγκασμένη να αναστείλει έστω και προσωρινά τη λειτουργία της.Ελπίδα για προσωρινή αναστολή…Την ελπίδα ότι θα είναι προσωρινή η αναστολή της λειτουργίας της Στέγης Φιλοξενίας Ανηλίκων στο Βόλο, εξέφρασε στη «Μ» και η πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων Βόλου (ΕΠΑΒ) και προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών κ. Νίκη Μπόλλη, καθώς ως γνωστόν στην ιδιοκτησία της ΕΠΑΒ βρίσκεται και η Στέγη.Γίνονται όλες οι ενέργειες προς το Υπουργείο ώστε να έλθει το απαραίτητο προσωπικό χωρίς το οποίο είναι αδύνατον να λειτουργήσει η Στέγη, επεσήμανε η κ. Μπόλλη, πρόσθεσε ωστόσο ότι μπροστά σ’ αυτή την εξέλιξη, γίνονται παράλληλες προσπάθειες ώστε να τακτοποιηθούν όλα τα παιδιά που μέχρι σήμερα φιλοξενούνται εκεί και χωρίς να έχουν επιπτώσεις τόσο στα μαθήματά τους στο σχολείο, όσο και σε άλλες δραστηριότητές τους.Υπάρχει διαρκής επικοινωνία και με την τοπική Εκκλησία και με ανάδοχες οικογένειες, ώστε αυτά τα παιδιά να φιλοξενηθούν για το διάστημα που θα χρειαστεί και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ανέφερε, για να υπογραμμίσει στο σημείο αυτό τόσο τη λεπτότητα αυτού του ζητήματος όσο και το σημαντικό κοινωνικό έργο που επιτελείται στη Στέγη.

Παροχές της Στέγης

Πράγματι, όπως μεταξύ άλλων αναφέρεται και στην αναρτημένη στο διαδίκτυο ιστοσελίδα της ΕΠΑΒ, η Στέγη Φιλοξενίας Ανηλίκων Βόλου λειτουργεί από τις 3 Σεπτεμβρίου 2001 και σκοπό έχει εκτός από τη δωρεάν διαμονή και διατροφή των παιδιών, να παράσχει τη δυνατότητα της ψυχοκοινωνικής τους υποστήριξης και γενικά της αντιμετώπισης των προβλημάτων τους.

Η Στέγη, μεριμνά για την αγωγή, την εκπαίδευση ή την επαγγελματική κατάρτιση των παιδιών, προωθεί τη συμμετοχή τους σε εξωσχολικές δραστηριότητες ανάλογα με τα ενδιαφέροντά τους, επιδιώκει την ηθική, ψυχολογική και κοινωνική τους ένταξη και επιπλέον αναπτύσσει εποπτευόμενο εθελοντικό δυναμικό χρησιμοποιώντας έμπειρους επαγγελματίες για εφαρμογή και διεύρυνση του κοινωνικού της έργου.

Ας σημειωθεί ότι ανάλογα προβλήματα λόγω έλλειψης προσωπικού αντιμετωπίζουν και άλλες Στέγες Ανηλίκων, όπως για παράδειγμα στην Καρδίτσα και στην Κοζάνη.

Αρ. Τουρ. [αναδημοσίευση από: http://www.magnesianews.gr/News/?EntityID=7f8a496a-dbd3-4fff-bfd7-eb248e651cbc]

[1] βλ. Ν. Βασιλειάδου, Στέγες ευαισθησίας σε μια πολιτεία αδιαφορίας http://archive.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=25.05.2008,id=50314120

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Τα κόκαλα έμειναν ασκέπαστα


+ 13-13-42


Φτάνω στο σημείο να πω πως ίσως θα ΄ταν καλύτερα να μην είχα πατήσει ποτέ μου σε κείνο τον τόπο της ομαδικής εκτελέσεως. Κι άλλες φορές έτυχε βέβαια να επισκεφθώ τόπους μαρτυρίου ή ομαδικής ταφής, η γη της πατρίδας μας είναι παραγεμισμένη με κόκαλα παλικαριών μα ποτέ μου δεν ταράχτηκα και δεν έκλαψα τόσο, όσο αυτή τη φορά. Αυτό ασφαλώς έγινε, γιατί την ώρα που βρέθηκα εκεί, μια γυναίκα κι ένας άντρας, αδέλφια, άνοιγαν τον τάφο του μικρότερου αδελφού τους, που είχε εκτελεστεί πριν από είκοσι χρόνια. Πλησίασα, κι όταν κατάλαβα τι συνέβαινε, σιγοκάθισα πάνω στα πόδια μου σε μιαν άκρη. Και τώρα, που η ψυχή μου έχει κολλήσει εκεί, μου φαίνεται πως θα μείνω για πάντα, σαν ένα αγριόχορτο, καθισμένος δίπλα σε κείνο τον τάφο. Και μακάρι να γινόταν έτσι.

Τότε που πρωτοζύγωσα, το σκάψιμο με την αξίνα είχε προχωρήσει. Εξάλλου δεν τον είχαν θαμμένο καθόλου βαθιά. Μάλλον γυναίκες θα είχαν φροντίσει για την ταφή του. Σε λίγο, ένα ένα, άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα κόκαλα. Ηταν κατακίτρινα, με λίγο καστανό χώμα κολλημένο πάνω τους. Η γυναίκα, μ΄ ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, σχεδόν γονατιστή, αφού το ξέπλενε λίγο με κόκκινο κρασί, τ΄ αράδιαζε ευλαβικά μέσα σε μια κάσα χαρτονένια, απ΄ αυτές της αμερικάνικης βοήθειας. Σε όλα αυτά δεν υπήρχε τίποτα το αηδιαστικό ή το τρομαχτικό. Αλλωστε το παιδάκι ήταν δεκάξι χρόνων όταν μαρτύρησε. Και πιστεύω, χωρίς αμφιβολία, πως θα έχει αγιάσει. Στο χώμα δίπλα ήταν μπηγμένο ένα κερί και στο θυμιατό σιγόκαιγε θυμίαμα. Ευωδίαζε όλος ο τόπος. Λέξη δεν έλεγαν, ούτε ακουγόταν κλάμα. Καταλάβαινα όμως πως τα μάτια τους τρέχαν, γι΄ αυτό έσκυψα το κεφάλι μου προς το χορτάρι και δεν προσπαθούσα, ούτε τολμούσα να τους κοιτάξω. Πολύ ήταν και που με άφηναν κοντά τους μια τέτοια ώρα.

Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ηταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ΄ το μέτωπο. Είχα γίνει πια ένα με το χώμα, έτσι ένιωθα. Τώρα σκέφτομαι πως έπρεπε να προσκυνήσω, αν και είμαι τόσο ανάξιος. Κοίταζα συνεχώς ένα βραχάκι κοντά μου και τις λειχήνες του. Αυτό σίγουρα θα ήταν και τότε εδώ, και το παιδί θα το είδε, ίσως και να το ζήλεψε. Μπορεί να ήταν και κείνο το αρκετά μεγάλο δέντρο, αν και δεν αποκλείεται να έχει μεγαλώσει πιο γρήγορα, εφόσον βρήκε άφθονο λίπασμα από τόσο αίμα και τόσες εκατοντάδες κορμιά. Καλά θα ήταν να μπορούσε να μεταμορφώνεται ο άνθρωπος όταν πέφτει σε μεγάλο κίνδυνο, ή ν΄ ανοίγει η γη και να τον κρύβει. Εγώ τουλάχιστο έτσι παρακαλούσα, όταν βρέθηκε σε κάτι τιποτένιους κινδύνους, που είναι ντροπή και να τους σκέφτομαι ακόμα. Πάντως, θυμούμαι πως εκείνες τις στιγμές λάτρευα και πρόσεχα, όσο ποτέ, τα άψυχα, αλλά και τα έντομα και τα φυτά και τα πουλιά. Σ΄ αυτό ακριβώς στηρίζομαι και πιστεύω πως έτσι θα ΄νιωσε κι αυτός εκείνη την ώρα. Εξάλλου ήταν της ηλικίας μου. Δεν είναι δυνατό να διαφέρω και τόσο πολύ απ΄ τους άλλους. Ανθρωπος είμαι και εγώ. Κι όμως η κάποια διαφορά είναι που με καίει.

Πάνω στην κορφή του λόφου έχουν στήσει ένα τεράστιο κάτασπρο σταυρό και παρακάτω, στην πλαγιά, είναι σχηματισμένη, με άσπρες πάλι πέτρες, η ημερομηνία : 13-12-43. Λογάριαζα, όταν γυρίσω σπίτι, να ψάξω για κείνο το ημερολόγιό μου, που μπόρεσα να κρατήσω, μέρα με τη μέρα, τότε. Τι να ΄γινε άραγε εκεί σε μας αυτή τη μέρα;

Κι έτσι, καθώς είχα απομονωθεί κοιτάζοντας το ρηχό μνήμα του χωριατόπουλου, άρχισα να ψιθυρίζω ανεπαίσθητα το αντρίκιο εκείνο μοιρολόγι, που μόνο τα λόγια του ξέρω και όχι το σκοπό:

Μαστόροι Καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάδες,

που πελεκάτε μάρμαρα και φτιάχνετε κιβούρια,

φτιάχτε και μένα ΄να καλό, καλύτερο από τ΄άλλα...

Ομως ένα μπουλούκι εντόπιοι τουρίστες φάνηκε να μπαίνει μέσα στον ιερό περίβολο. Στάθηκαν γύρω απ΄ το ελεεινό για μια τέτοια θυσία κενοτάφιο. Φαίνονταν απ΄ τους μορφωμένους και δεν μπορώ να πω πως η στάση τους δεν ήταν σεμνή. Κατέθεσαν μάλιστα ένα καλοκαμωμένο διάφανο στεφάνι και κατόπι κράτησαν ένα λεπτό σιγή. Κάποιος τους άρχισε να διαβάζει από ένα χαρτί το ιστορικό της εκτελέσεως των 1200 ανθρώπων. Ηταν τόσο ψυχρή η περιγραφή ώστε αμέσως υπέθεσα πως σίγουρα θα τα είχε ξεσηκώσει απ΄ την τελευταία εγκυκλοπαίδεια. Υστερα σκόρπισαν μιλώντας δυνατά ή χαχανίζοντας. Πολλοί ήρθαν τριγύρω μας. Και φυσικά αμέσως άρχισαν τις ερωτήσεις, ιδίως οι γυναίκες. Το παλικάρι με την αξίνα απαντούσε, πιέζοντας ολοφάνερα τον εαυτό του. Φαινόταν καθαρά πως θεωρούσαν σχεδόν ευτυχία τους και σπουδαίο συμπλήρωμα στις συγκινήσεις της εκδρομής την ανακομιδή, που πέτυχαν πάνω στην ώρα. Ο αδελφός μάλιστα ζαλίστηκε τόσο για μια στιγμή, ώστε έκανε το λάθος να τους δείξει ακόμα και το κρανίο με τη χαριστική βολή. Αυτό όμως θα ήταν πέρα απ΄ τα όρια της αντοχής τους, γιατί αμέσως πρόσεξα μια κίνηση για απομάκρυνση. Κάποιος τους θύμισε πως η ώρα περνάει. Εκείνη τη στιγμή η σκυμμένη γυναίκα τους γύρεψε, αν έχουν, καμιά εφημερίδα για να σκεπάσει τα κόκαλα. Πολλοί προθυμοποιήθηκαν, από εφημερίδες άλλο τίποτα και τι εφημερίδες...

Πήραν να κατηφορίζουν. Μετά από λίγα βήματα άναψε ζωηρή συζήτηση ανάμεσά τους σα να μην ήμασταν κι εμείς λίγο πιο πάνω. Ενας ακούστηκε να φωνάζει με θυμό: Καλά τους έκαναν, αφού οι άλλοι σκότωσαν στρατιώτες του κατακτητή.

Κανένας δεν αντιμίλησε. Ηταν και κάποιος με στολή μαζί τους.

Μου ΄ρθε να πέσω απάνω σε κείνη την άτιμη φωνή και να τη στραγγαλίσω άγρια, προτού προφτάσει να προχωρήσει. Αλλά την άκουσαν βέβαια συγχρόνως και τα δύο αδέλφια κι έσκυψαν πιο πολύ κατά το χώμα, σα να ΄φαγαν καμτσικιά, αλλά και σα μαθημένοι από κάτι τέτοια.

Κατόπι ο άντρας άφησε την αξίνα, δεν υπήρχαν άλλωστε άλλα κόκαλα. Η αδελφή του έσβησε το κερί και πήρε το θυμιατό. Τα κόκαλα έμειναν ασκέπαστα. Η βρωμερή εφημερίδα κυλιόταν πάνω στα χόρτα.

Εμεινα ξοπίσω και με πήρε το παράπονο. Δεν ήμουν γνωστός τους ή συγγενής τους για να με πάρουν μαζί τους, όπως θα ήθελα. Εγώ τα ΄χω καταφέρει να χωρώ και να ταιριάζω μονάχα με κάτι τέτοιους σαν αυτούς του πούλμαν. Γι΄ αυτό ξεκίνησα για το πιο λαϊκό καφενείο και στο δρόμο συνέχεια έλεγα: Θεέ μου, μη μ΄ αφήνεις ούτε καλημέρα να ΄χω πια με τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα, υποκείμενα.

Γιώργος Ιωάννου,
από τη συλλογή Για ένα φιλότιμο (1964)

η εικόνα είναι του Γ. Βελησσαρίδη, «Καλάβρυτα, θρήνος για τη σφαγή»

«Ήταν τόσο έντονη η ζωή μας, που έκανε για χρόνια ολόκληρα», Έλλη Παππά


"Εκεί, σ' αυτή τη φυλακή, έπεσε η αυλαία της ματωμένης Κυριακής. Με κρατήσανε στο ίδιο κελί από όπου αποχαιρέτησα τόν Νίκο από την Κυριακή ώς τήν Τετάρτη. Απόγευμα έγινε η μεταγωγή μου στη μόνιμη πια κατοικία μου, τις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ. Εκεί βρήκα το γιό μου, πού ήταν επτά μηνών. Αυτά τα γενέθλια ήταν και τα μόνα που προλάβαμε να "γιορτάσουμε" με τον Νίκο. Τώρα κρατούσα στα χέρια μου τόν μικρούλη Νίκο, κι έπρεπε να βρω τον τρόπο να γνωρίσει,μεγαλώνοντας τον πατέρα του...."

Έλλη Παππά
Γράμματα στο γιο μου
εκδόσεις Άγρα 2007

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΔΙΑΒΑΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Συνολικές προβολές σελίδας

FeedBurner FeedCount