Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ποιος ίδρυσε το παζάρι στο Μοσχολούρι;

[Αναδημοσίευση από άρθρο μου 
στην εφημερίδα "Η Άρνη", τ.50, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος-Νοέμβριος 2013,
 την οποία εκδίδει ο Μορφωτικός Σύλλογος Μοσχολουρίου]

Στο διάστημα 1667-70 ο φημισμένος Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί επισκέφτηκε τον Ελλαδικό χώρο και καταγράφει τις εντυπώσεις στον όγδοο τόμο του έργου του. Σημειώνει ό,τι θεωρεί αξιοθαύμαστο και περίεργο, παραθέτει πληροφορίες όπως τις ακούει και μέσα από την δικιά του οπτική αντίληψη. Συχνά παρουσιάζει τις λαϊκές παραδόσεις των κατοίκων σαν ιστορικά γεγονότα και με πολλές ανακρίβειες κάνει αναφορές στο αρχαιοελληνικό παρελθόν αναμιγνύοντας μύθους και θρύλους προσπαθώντας να μιλήσει για την ιστορία των τόπων που επισκέφτηκε.


Εικ. 1. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί (Evliya Çelebi)

Το 1668 βρέθηκε στη Θεσσαλία. Πριν το τέλος του ταξιδιού, κι αφού είχε επισκεφτεί κατά σειρά την Ελασσόνα, τον Τύρναβο, την Λάρισα, τον Βόλο, τον Αλμυρό και το Βελεστίνο, τα Φάρσαλα, τα Τρίκαλα, το Φανάρι και την Καρδίτσα ήρθε στο Μοσχολούρι. Ο Εβλιγιά ακολουθούσε το οδικό δίκτυο εκείνης της εποχής, αλλά η φήμη του παζαριού του ήταν φυσικά αυτή που δεν θα άφηνε αδιάφορο τον φιλομαθή ταξιδευτή.  Αφιερώνοντας ένα σημαντικό μέρος της περιγραφής του στο Μοσχολούρι παραθέτει μια αφήγηση πολύ ενδιαφέρουσα για το πως ξεκίνησε το φημισμένο παζάρι.

«κατά πως γράφουνε οι Ρωμιοί και Λατίνοι ιστορικοί, η τρανή τούτη σύναξη συνεχίζεται από τον καιρό του βασιλέα Λουκά. Ο Λουκάς μια φορά το χρόνο, ερχότανε στον τόπο, όπου γίνεται η τρανή τούτη σύναξη, και ανέβαινε σ’ έναν ψηλό λόφο φορώντας στα γένια του μαργαριτάρια, ρουμπίνια και λογιών λογιών στολίδια, ενώ τα ρούχα που φορούσε ήταν στολισμένα με κάθε λογής τρόπους. Έλεγε την αφεντιά του Θεό (άπαγε της βλασφημίας) κι έβγαζε λόγο στον λαό. Οι άνθρωποι που ‘ρχονταν απ’ όλα τα μέρη της οικουμένης, άμα βλέπανε τον Λουκά, ξεδιπλώνανε στα πόδια του τα πολύτιμα πράγματα και πεσκέσια, απ’ όσα είχανε φέρει και τον προσκυνούσανε. Να λοιπόν που από ‘κείνον τον καιρό, συνεχίζεται η τρανή τούτη σύναξη και το παζάρι»

Ο Εβλιγιά Τσελεμπί ήδη στους τίτλους των κεφαλαίων του παραθέτει, εκτός από την ονομασία του τόπου που περιγράφει, και μια ακόμη σχετική με κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή την μυθική ιστορία του. Η ιστορική εξήγηση που δίνει ο Εβλιγιά στην ίδρυση του παζαριού στο Μοσχολούρι με μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δημιούργημα της φαντασίας του με πλήθος ανακρίβειες. Το πιο πιθανόν είναι ότι μεταφέρει και αναδιηγείται μια τοπική παράδοση,  που σχετίζεται με το ποιος ίδρυσε το χωριό και πότε ξεκίνησε το ξακουστό και φημισμένο παζάρι του Μοσχολουρίου.  

Ο οικισμός του Μοσχολουρίου αναφέρεται ήδη τον 15ο αιώνα σε οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο. Ωστόσο, η ακριβής χρονολογική τοποθέτηση της ίδρυσης του οικισμού, η προέλευση των πρώτων κάτοικων του χωριού παραμένει άγνωστη, όπως και οι λόγοι για τους οποίους επέλεξαν να εγκατασταθούν στη συγκεκριμένη θέση. Αυτοί ωστόσο έπλασαν διάφορες ιστορίες, δημιούργησαν νέους μύθους και παραδοξολογίες για να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν αυτά που έβλεπαν γύρω τους, πολύ περισσότερο για να αιτιολογήσουν το πως ρίζωσαν σε αυτά τα μέρη.  [1]
Οι πρόγονοι, η μυθολογία για τους οικήτορες και πως συνδέονται με την ίδρυση των οικισμών είναι ένα θέμα που απασχολεί και διατρέχει διαχρονικά την συλλογική λαϊκή μνήμη οδηγώντας στην δημιουργία παραδόσεων, όπου κάποιος ιστορικός πυρήνας συχνά ενυπάρχει στα ενδότερα της όποιας διήγησης. Εξάλλου, στις πολλές προφορικές παραδόσεις της περιοχής που διασώθηκαν  περιπλέκονται ιστορικά γεγονότα με μυθικές διηγήσεις και παραδοξολογίες, όπως λ.χ. για τον «βασιλιά Κιέριο» και την «βασίλισσα Άρνη».
Ο ίδιος ο Εβλιγιά αναφέρει πως αυτά που γράφει βασίζονται σε «Ρωμιούς και Λατίνους ιστορικούς» υπονοώντας προφανώς βυζαντινούς χρονογράφους και δυτικούς συγγραφείς. Αρκετά τέτοια συγγράμματα είχαν μεταφρασθεί στην αραβική και την περσική γλώσσα, ενώ είχαν συγγραφεί και διάφορες ιστορίες/χρονογραφίες που αναφέρονταν στην αρχαία ελληνική ιστορία και μυθολογία. [2]  Επιπλέον, διάφοροι μορφωμένοι οθωμανοί είχαν επιδείξει ενδιαφέρον για την αρχαία ιστορία. [3]  Αυτή η πληροφορία δεν μπορεί να αξιολογηθεί επακριβώς για το αν και ποια ιστορικά συγγράμματα και χρονογραφίες χρησιμοποίησε για την συγκεκριμένη αφήγηση. Στο κείμενό του όμως εμφανώς αναφέρεται μια τοπική παράδοση του 17ου αιώνα.
Οι περιγραφές όμως που κάνει και η προσπάθεια να εξηγήσει τη γέννηση του παζαριού περικλείουν ένα ιστορικογεωγραφικό πυρήνα. O ψηλός λόφος - που αναφέρει- και στον οποίο ανέβαινε ο βασιλιάς Λουκάς (Leka) παραπέμπει στον λόφο που δεσπόζει πάνω από το σημερινό χωριό του Πύργου, ένα ευδιάκριτο τοπόσημο μέσα στον καρδιτσιώτικο κάμπο. Όπως σχεδόν κάθε μέρος με αρχαιολογικά κατάλοιπα ενδύεται με θρύλους και παραδόσεις, έτσι κι ο λόφος αυτός με την μακραίωνη ιστορία κατοίκησης ντύθηκε με θρύλους και διηγήσεις που δημιουργούνταν από τις συλλογικές μνήμες που επιβίωσαν στην λαϊκή μνήμη και τα ορατά σημάδια του τόπου και αντανακλώντας τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν οι μεταγενέστεροι το παρελθόν. Οι τρόποι με τους οποίους ο άνθρωπος σε κάθε εποχή έρχεται σε επαφή με το παρελθόν και το ερμηνεύει μπορεί να αλλάζει σε κάθε εποχή, αλλά η επαφή με το αρχαίο παρελθόν, τους επώνυμους και ανώνυμους προγόνους πάντα ξεκινά και καταλήγει στο χώμα. Τα αρχαία κτίσματα [χαλάσματα για τότε, στοιχειωμένα ή πηγές πρόσφορες για οικοδομικό υλικό] ήταν περισσότερο ορατά σε εκείνες τις εποχές απ’ ότι σήμερα. Ένα υπερυψωμένο έξαρμα στη μέση του κάμπου με ορατά ακόμη τα ίχνη κατοίκησης σε παλιότερες εποχές είναι λογικό να εξάπτει την φαντασία των ντόπιων κατοίκων και να γεννά ερωτηματικά για τους ανθρώπους που έμεναν εκεί. Και πως μπορούσε να είναι διαφορετικά για μια σημαντική πόλη της αρχαίας Θεσσαλιώτιδας με ορατά τότε τα τείχη και πιθανόν και άλλα κτίσματα.




Ο ιδρυτής του παζαριού, ο οποίος περιγράφεται ως γενειοφόρος και με πολλά στολίδια είναι μια μορφή που εύκολα συνήθως αποδίδεται σε κάποιον βασιλιά. Οι κάτοικοι της περιοχής τον έβλεπαν στην μια όψη των νομισμάτων που ξεπρόβαλαν ανάμεσα στα χώματα καθώς έρχονταν σε επαφή με τη γη οργώνοντας και όταν ακόμα η βροχή ξέπλενε τα χωράφια και τις πλαγιές. Ήδη στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. κυκλοφόρησαν τα πρώτα χάλκινα και αργυρά νομίσματα της πόλης με τη μορφή του γενειοφόρου Δία από τη μια και της Άρνης από την άλλη, κοριτσάκι να παίζει γονατιστή αστραγάλους. Μπορεί να μην θυμούνταν πια αν η μορφή του γενειοφόρου άνδρα ήταν ο Δίας ή ο Ποσειδώνας, πολύ περισσότερο  και να μην τους ξεχώριζαν, αλλά για να εικονίζεται στα νομίσματα θα ήταν σίγουρα κάποιος σημαντικός άρχοντας και θεός μαζί. [4]  Γιαυτόν τον βασιλιά-θεό μαζεύονταν άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της οικουμένης για να τον τιμήσουν. Ίσως εδώ να επιζεί αδρά κάποια θύμηση για το πανθεσσαλικό Ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς στη Φίλια, αλλά και το γεγονός πως στην περιοχή λατρεύονταν διάφορες σημαντικές θεότητες, ο Δίας μαζί με τον Ποσειδώνα [Κουέριο] και τον Ασκληπιό και είναι πολύ ενδιαφέρον πως πίσω κάποιος από αυτούς είναι ο βασιλιάς Λουκάς που αποκαλούσε τον εαυτό του θεό. Σε αυτό το σημείο όμως ο Εβλιγιά ως πιστός μουσουλμάνος εξανίσταται με αυτήν τη «βλασφημία».


Εικ. 3. Αργυρό νόμισμα Κιερίου (διόβολος). Στον εμπροσθότυπο εικονίζεται ο Δίας δαφνοστεφής και στον οπισθότυπο η Άρνη γονατιστή να παίζει με τους αστράγαλους. Circa 400-350 π.Χ. (Moustaka σ. 99, 16a. SNG Copenhagen 32).

Ωστόσο, την Άρνη δεν θα τη συναντήσει κανείς στη διήγηση αυτή που σχετίζεται με το Μοσχολούρι. Ο Εβλιγιά αναφέρει στο σημείο που περιγράφει την Ελασσόνα για μια βασιλοπούλα που συνδεόταν με συγγένεια αίματος με τον Μασκολόρ (Maşkolor) και τον προπάτορα τον Βασιλιά Λουκά, η οποία ονομαζόταν Αγιασόνια (Ayasonya).
«...η θυγατέρα του Βασιλιά Ρωμιανιά(Romanya), η Αγιασόνια, σαν γίνηκε βασίλισσα, ξανάχτισε την πόλη τούτη ομορφότερη, απ’ ότι ο πατέρας της, ο βασιλιάς Ρωμιανιά∙ γι’ αυτό και από το όνομά της, Αγιασόνια, το κάστρο το βγάλανε Ανασόνια και, σαν πέρασε στα χέρια των μουσουλμάνων, από το λάθος αυτό το βγάλανε πάλι λαθεμένα Αλασόνια (Alasonya)....».

Κάπου εδώ φαίνεται μια σύγχυση στη διήγηση του Εβλιγιά. Πιθανόν να μπέρδεψε τις σημειώσεις του; Σίγουρα όμως όχι εσκεμμένα, και ίσως πολύ περισσότερο γιατί πέρα από τις «ιστορικές» εξηγήσεις που προσπαθεί να δώσει και την προσπάθεια ετυμολόγησης των τοπωνυμίων, η σύνδεση ανάμεσα στον Maşkolor και την Ayasonya, έχει να κάνει με το γεγονός πως το Μοσχολούρι με την Ελασσόνα συνδέονταν με κάτι ακόμα κοινό: τα φημισμένα παζάρια τους που πραγματοποιούνταν περίπου την ίδια εποχή του χρόνου. Ο Εβλιγιά θέλοντας να συνδέσει αυτά τα δυο σημαντικά γεγονότα με τις δυο πόλεις χρησιμοποίησε τον ίδιο μύθο για να εξηγήσει τα παζάρια που συνάντησε στον θεσσαλικό χώρο. Ίσως πάλι στην Ελασσόνα να άκουσε παρόμοιες διηγήσεις, αλλά όπως προειπώθηκε ο ίδιος δεν γράφει ιστορία, ούτε καταγράφει κι ερευνά την αρχαία ελληνική μυθολογία και ιστορία. Όπως και για άλλα μέρη που επισκέφτηκε παραθέτει διάφορες παραδοξολογίες και παραδόσεις, οι οποίες εμπεριέχουν πυρήνες ή ψιχία ιστορικής αλήθειας.
Πόσες παρεκβάσεις και ανακρίβειες δεν συναντά κανείς στα διάφορα περιηγητικά και ταξιδιωτικά κείμενα, τότε, αλλά και σήμερα; Πάντα όμως εκφράζουν εκείνον που τα έγραψε και αναδεικνύουν εκείνα που άκουσε και είδε, τον τρόπο που τα είδε και τι θέλει να μοιραστεί με τους αναγνώστες του. Αξίζει όμως να σημειωθεί πως διασώθηκε μια παράδοση για το πως έβλεπαν οι κάτοικοι της περιοχής το προγονικό παρελθόν τους. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί μέσα από μια διαφορετική πολιτισμική οπτική την κατέγραψε και μας την παρέδωσε.      


Σημειώσεις:
[1] Όπως επισημαίνει ο Ι. Κακριδής «... τα χτίσματα που είχαν υψώσει οι αρχαίοι Έλληνες, αυτά πώς να ξεχαστούν; Όσο και να τα είχαν δαμάσει ο χρόνος και οι άνθρωποι, οι γενεές των Ελλήνων τα έβλεπαν μπροστά τους κάθε μέρα, κάστρα και ναούς και τείχη. Σε κάθε μεριά της ελληνικής γης αντίκριζαν παλαιικά χτίρια, όπου οι πέτρες, πελώριες, μονοκόμματες, ασήκωτες, υψώνονταν ακουμπώντας η μια πάνω στην άλλη χωρίς συγκολλητική ύλη. Και όταν ο χωρικός όργωνε το χωράφι του, συχνά τύχαινε να ξεχώσει μαρμαρένιες πλάκες με γράμματα αδιάβαστα, ή και τάφους, όπου, έξω από το σκέλεθρο του νεκρού, στοιβάζονταν αγγεία και όπλα και εργαλεία, όλα παράξενα και πρωτόφαντα....» Ι. Κακριδής , Οι Αρχαίοι Έλληνες στη Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση, Μ.Ι.Ε.Τ. 1997, σ. 14-15.

[2] Ενδεικτικά αναφέρουμε τον  ιστορικό Αl-Masʿūdī (896- 956), ο οποίος πρώτος έγραψε μια παγκόσμια ιστορία από γεννήσεως κόσμου με τον τίτλο «Ορυχείο χρυσού και των πολύτιμων λίθων» και έχει χαρακτηρισθεί ως ο άραβας Ηρόδοτος.

[3] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Mahmud Efendi, ιεροδικαστής στην Αθήνα, που έγραψε το 1738 την ιστορία των Αθηνών με τον τίτλο «Tarih-i Medinetü’l Hukemâ» (Ιστορία της πόλης των Φιλοσόφων) βασισμένος σε ιστορικά συγγράμματα που διαφυλάσσονταν στην Μονή Καισαριανής και σε συνεργασία με τους εκεί μοναχούς. Το μοναδικό αντίγραφο διασώζεται σήμερα στο Παλάτι του Topkapı Palace.  Είναι χαρακτηριστικό πως και ο ίδιος, μολονότι αρκετά πιο ακριβολόγος από τον Εβλιγιά, αποδίδει τα ονόματα με "ιδιαίτερο" τρόπο: λχ. αναφέρει το Θησέα ως «Seseya». Βλ. Gülçin Tunalı Koç, Osmanlı Atinası ve Düşünce Tarihi Ekseninde Kadı Mahmud Efendi’nin Tarih-i Medinetü’l- Hukemâ Adlı Eseri, DÎVÂN İlmî Araştırmalarsy. 20 (2006/1), σσ. 169-184

[4]Μια ανάλογη διήγηση με αρκετές όμως διαφοροποιήσεις αναφέρει ο Εβλιγιά για τις Σέρρες. Εβλιά Τσελεμπή, Ταξίδι στην Ελλάδα (μετφρ. Ν. Χειλαδάκης), Εκάτη 1991, σ.77.


Ενδεικτική βιβλιογραφία:

•Heath W. Lowry, In the Footsteps of Evliya Çelebi. Bahçesehir Üniversitesi Yayinlari, Istanbul 2012
 Orhan Şaik Gökyay (επιμ.), Evliya Çelebi Seyahatnâmesi. Topkapı Sarayı Bağdat 304 Yazmasının Transkripsiyonu-Dizini. 1. Kitap: İstanbul, Κωνσταντινούπολη: Yapı Kredi Yayınları 1996. [Το πρωτότυπο κείμενο σε κριτική έκδοση]
•Θεόδωρος Παλιούγκας, Η Θεσσαλία στο οδοιπορικό του περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή (1688). [Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια]. Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας, Λάρισα 2001, σ.22,89.
 •Νίκος Καραφύλλης, Το Μοσχολούρι διηγείται τη δόξα του. Ιστορική και λαογραφική αναφορά. Μοσχολούρι 2005

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

O ευγενής στον ιερό ναό


Έφτασε λοιπόν ο ευγενής στον ιερό ναό κι απέδωσε τιμές στο μάρτυρα με την καθιερωμένη γονυκλισία, κι από το πλήθος ήρθε η επιδοκιμασία, που συνηθίζεται να συνοδεύει την εμφάνιση του ηγεμόνα•στάθηκε στην καθιερωμένη θέση του και κάλεσε τον αρχιερέα να έλθει δίπλα του, όπως έχει καθιερωθεί κι αυτό σύμφωνα με τους κανόνες ή τα έθιμα.
Τότε λοιπόν η aκολουθία τελέστηκε με απόλυτη ακρίβεια- όπως ήταν φυσικό, μια και υπήρχαν τέτοιοι παρατηρητές- κι ακούγονταν πιο θεϊκές οι ψαλμωδίες με τάξη και ρυθμό και έντεχνη εναλλαγή για περισσότερη χάρη. Και δεν έψελναν ύμνους μόνο οι άντρες, αλλά και οι όσιες και μοναχές γυναίκες, που βρίσκονταν κάπου στη αριστερή πτέρυγα του ναού, χωρισμένες και αυτές σε δυο εναρμόνιους χορούς, τιμούσαν με τον καθιερωμένο τρόπο τον μάρτυρα. Κι όταν η τελετή και οι καθιερωμένες τιμές έφτασαν στο τέλος τους, προσκυνήσαμε κι εμείς όπως ταίριαζε, ζητήσαμε από το Μάρτυρα να διευκολύνει την επιστροφή μας, βγήκαμε από το ναό μαζί με όλο τον κόσμο και το δούκα και γυρίσαμε στο κατάλυμά μας.

Τιμαρίων. Ένα Ταξίδι απο την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη. [Μετάφραση-σχόλια: Π. Βλαχάκος], Ζήτρος 2001, σ.69/71.



Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΔΙΑΒΑΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Συνολικές προβολές σελίδας

FeedBurner FeedCount

Μ.


MusicPlaylistView Profile
Create a playlist at MixPod.com