Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Το γράμμα του Στάθη

Το καλοκαίρι εκείνο το ζήσαμε σαν την αργή πορεία της ταχείας 506 με την οποία ανεβήκαμε για τις μονάδες μας όλοι μαζί λίγο μετά το Δεκαπενταύγουστο. Οι περισσότεροι κατέβηκαν στην Αλεξανδρούπολη και μετά στις Φέρες. Εμείς συνεχίσαμε προς τα πάνω .


Το Ποτάμι, χωράφια με τα ηλιοτρόπια και ένα ακριτικό χωριό περιστοιχισμένο από άλλα λειψάνθρωπα χωριά..

Φθινοπώριαζε σιγά σιγά κι άρχιζε η ομίχλη σαν πέπλο να καλύπτει τα πάντα, άλλη φορά να την κόβεις με τα δόντια κι άλλη φορά να χάνεσαι μέσα της. Μόνο το ψηλό καμπαναριό τρυπούσε την ομίχλη. Ησυχία, παρεκτός οι γνώριμοι ήχοι στις προβλεπόμενες ώρες από Εδώ κι από Απέναντι καμιά φορά. Ησυχία, παρεκτός οι καμπάνες, άλλοτε κυριακάτικες και πιο συχνά πένθιμες. Σύντομα κάθε βράδυ μια γλυκιά μυρωδιά καμένου ξύλου τύλιγε τα πάντα. Σε άλλους γνώριμη. Σ’ άλλους ενοχλητική.

Στο Τάγμα βρεθήκαμε μαζί οι μεγάλοι, οι εξ αναβολής σπουδών κι οι πιο μικροί, αυτοί που υπηρετούσαν κανονικά τη θητεία τους. Δεν ήμασταν πολλοί, δεν ήμασταν συνομήλικοι, ούτε και ταιριάζαμε σε όλα. Τις ίδιες υπηρεσίες κάναμε, τα ίδια ζόρια τραβούσαμε μόνο που ο καθένας τα έβλεπε διαφορετικά. Μάλλον δεν είχαμε να μοιράσουμε και τίποτα. Δεν υπήρχαν παλιοί και νέοι, μόνο υπηρεσίες. Οι βυσματωμένοι την είχαν κοπανήσει μετά την εβδομάδα προσαρμογής με απόσπαση για τα «θερινά κλίματα».
Είχε πια περάσει αρκετός καιρός και όσοι δεν το ‘χαν πάρει απόφαση, προσπαθούσαν να συμβιβαστούν με τις αόριστες υποσχέσεις των γονιών και των «γνωστών» για μια μετάθεση ή καμιά απόσπαση. Κι όσοι δεν είχαν «γνωστούς», είχαν γίνει φίλοι μεταξύ τους και δεν ήθελαν καμιά απόσπαση.

Οι μέρες έσβηναν αργά όπως κυλούσε το Ποτάμι, κι άλλες φορές φούσκωναν μαζί του.

Μια μέρα έρχεται στον ΛΥΤ και με βρίσκει μετά το μεσημεριανό φαγητό ο Γιώργος, ο δάσκαλος από το Κιλκίς. Ήταν στο Λόχο Διοικήσεως:

-«Φεύγω για την Προκάλυψη και θέλω μια χάρη....»

Ο λοχαγός είχε αναθέσει στον Γιώργο να κάνει μάθημα σε τρεις στρατιώτες, «μικρούς», που δεν ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Είχε πάρει την πρωτοβουλία να βοηθήσει αυτά τα παιδιά όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσαν να διαβάσουν ούτε καν τι υπηρεσίες είχαν και φρόντιζαν πάντα κάποιοι άλλοι να τους χώνουν. Οι περισσότεροι, είπε, ήθελαν δίπλωμα οδήγησης από τον στρατό, αυτός είχε σκεφτεί όμως να μάθουν γραφή κι ανάγνωση. 

-«...λειτουργικά αναλφάβητοι....» μου είπε ανάμεσα σε άλλα.

Απόρησα. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Στις νωπές ακόμη συζητήσεις μας για την εντατικοποίηση των σπουδών, την ιδεολογική χρήση της ιστορίας, τη σημασία των μεταπτυχιακών σπουδών και άλλα ωραία διανθισμένα με την οριζόντια οργάνωση ή όχι της παραγωγής και το πρόταγμα για αλλαγή του κόσμου, ο αναλφαβητισμός είχε καταργηθεί.

Τα παιδιά τα ήξερα. Δεν ήμασταν και πολλοί εξάλλου. Βρισκόμασταν καμιά φορά στο ΚΨΜ ή στην καφετέρια του χωριού και σε διπλανά τραπέζια στο «Χρυσό Βαρέλι».

Ο Γιάννης, ρομά, από έναν οικισμό έξω από τα Τρίκαλα∙ παντρεμένος με ένα γιο, μου ‘δειχνε συνέχεια τη φωτογραφία του και μιλούσε γιαυτόν, την γυναίκα του και τα μέρη που γυρνούσε σαν έμπορος∙ σε δυο βδομάδες θα έπαιρνε την άδεια απόλυσης και ήθελε να μάθει στα γρήγορα τα «χοντρά» -τα κεφαλαία-∙στην αριθμητική ήταν όμως άσσος.
Οι άλλοι δυο «μαθητές», ο Βασίλης και ο Στάθης, ήταν από ορεινά χωριά της Εύβοιας. Ήταν μαζί στο Κέντρο και από ‘κει μαζί στο ίδιο τρένο για το Τάγμα. Από οικογένειες κτηνοτρόφων∙ το δημοτικό κουτσά στραβά, ο ένας το τελείωσε στα επτά κι ο άλλος κανονικά∙ για γυμνάσιο ούτε λόγος∙ ήταν μακριά, οι δουλειές πολλές στα μαντριά και τα τυροκομεία, αλλά κι ο δάσκαλος αποκαρδιωτικός για αν συνεχίσουν παραπέρα. Ως τότε όλη η ζωή τους ήταν τα ζωντανά, το καφενείο στο χωριό και καμιά φορά να κατεβούν στην Χαλκίδα για ψώνια και δουλειές. Άλλοι περίμεναν το Πανεπιστήμιο για να κάνουν φοιτητική ζωή, τα παιδιά αυτά περίμεναν τον στρατό. Το μόνον της ζωής τους ταξίδιον, πιθανόν.

Τα μαθήματα θα γινόταν σε μια αίθουσα μέσα στον ΛΔ τρεις φορές την εβδομάδα για ώρες πριν το μεσημεριανό. Ήταν ο χώρος για τα διάφορα Σχολεία που γίνονταν κατά καιρούς στο Τάγμα. Στον τοίχο ένας μαυροπίνακας φρεσκοβαμμένος και θρανία ξύλινα, από τα παλιά, φερμένα από το σχολείο του χωριού. Κάτω από την λαμπερή λαδομπογιά ακόμα ξεχώριζες ονόματα και χρονολογίες χαραγμένα από το ’70 και το ’80. Γύρω γύρω κάδρα με ήρωες του ’21, ο χάρτης της Ελλάδας, ένα ρητό «Αιέν αριστεύειν» και μια Γλυκοφιλούσα ψηλά, πάνω από τον πίνακα. Από τα παράθυρα της μιας πλευράς έβλεπες το προαύλιο κι από τα παράθυρα της άλλης το Ποτάμι και τους Απέναντι.

Με τον Γιώργο είχαν μάθει την αλφαβήτα και να συλλαβίζουν.

-«Δηλαδή, λοχία, θα μάθουμε να διαβάζουμε και να γράφουμε;»

-«Και να διαβάζετε, και να γράφετε, αλλά λοχία να μη με ξαναπείτε εδώ μέσα. Γρηγόρη με λένε κι έτσι θα με φωνάζετε».
Αρχίσαμε να βάζουμε τα γράμματα σε μια σειρά και να ανταμώνουμε μαζί όλες τις συλλαβές. Αργά και κομπιαστά προσπαθούσαν να διαβάσουν. Πέρασαν κοντά δυο μήνες. Το είχαν πάρει στα σοβαρά και κάθε μέρα έβλεπα κι εγώ, έβλεπαν κι αυτοί να γεμίζουν οι σελίδες, να περνάει τη μέση το τετράδιο. Άλλοι έσβηναν μέρες στο τζόκεϊ, ο Βασίλης με τον Στάθη μετρούσαν τις μέρες με τις σελίδες από το τετράδιό τους. Μια μέρα περιμένοντας τον Θωμά τον ταχυδρόμο και κάποια γράμματα από τον «έξω κόσμο» είδα τον Στάθη να παρακολουθεί τη διανομή κάπως λυπημένος καπνίζοντας. Σχεδόν κατάλαβα. Ρώτησα και το Θωμά. Ο Στάθης δεν είχε ποτέ δέμα από τους δικούς του, ούτε γράμμα, μόνο χρήματα έστελναν οι δικοί του κι αυτά λιγοστά. Κι οι περισσότεροι είχαν και δέματα με ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.

Την άλλη μέρα στο καθιερωμένο μάθημα τους είπα ότι θα προσπαθήσουμε να γράψουμε ένα γράμμα σε κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο.

-«Εγώ δε γράφω, είπε ο Βασίλης. Ποιος να το διαβάσει; Ούτε ο πατέρας, ούτε η μάνα μου, ούτε τ’ αδέρφια μου ξέρουν να διαβάζουν.»

Κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε. Αυτό δεν το είχα σκεφτεί καθόλου. Ντράπηκα. Του είπα, να γράψει ό,τι θέλει κι αν πάλι δε θέλει, δε πειράζει. Σηκώθηκε στεναχωρημένος, άνοιξε το παράθυρο και κουρνιάζοντας στο περβάζι και αγναντεύοντας το Ποτάμι άναψε τσιγάρο.

-«Ένα, στη ζούλα. Δεν έχει άλλο. Εντάξει; Και μετά θα γράψω ό,τι άλλο θες, για να μη λένε οι άλλοι ότι λουφάρω κι όλας; Εντάξει;»

-«Εντάξει, Βασίλη. Άμα δω κανέναν να έρχεται, θα σου πω να σβήσεις το τσιγάρο.»

Δεν ήρθε κανένας. Άνοιξε ένα μικρό ημερολόγιο, μετρούσε κι έσβηνε μέρες, άλλες τις έβαζε σε κύκλο περιμένοντας να έρθει η ώρα για το μεσημεριανό.

Ο Στάθης πάλι είχε αρχίσει να γράφει αφοσιωμένος. Γρατζουνούσε το χαρτί, έσβηνε, μουτζούρωνε, ξανάγραφε. Γέμισε μια σελίδα.

-«Να το διαβάσω να δεις αν είναι σωστά; Το ‘γραψα και θα το στείλω στην αδερφή μου. Αυτή ήταν καλή μαθήτρια. Ήθελε να πάει και Γυμνάσιο, αλλά δεν είχαμε να την στείλουμε. Αυτή ξέρει να διαβάζει.»

»Αγαπημένη μου, αδερφή Βαλάντω...

Την επόμενη μέρα με ειδοποίησαν ότι θα έφευγα για την προκάλυψη. Μάζεψα τα πράγματα, ετοίμασα το λουκάνικο, χαιρέτησα τους φίλους και την παρέα. Το μεσημέρι είπα στον Φώτη, φιλόλογος αυτός, από τον ΛΥΤ, αν ήθελε να αναλάβει τους δυο μαθητές και να συνεννοηθεί με τον επιλοχία του ΛΔ. Δέχτηκε.

Μετά από αρκετούς μήνες, φουσκωμένες μέρες και παγωμένες ανατολές με κατέβασαν πίσω στο Τάγμα. Το καλοκαίρι άνθιζε ξανά στα χωράφια με τα ηλιοτρόπια. Στον κεντρικό δρόμο του χωριού αυτοκίνητα με γερμανικές πινακίδες∙ είχαν έρθει τα παιδιά να δούνε γονείς και συγγενείς. Στο Τάγμα είχαν έρθει και καινούριοι. Κάπως αυξηθήκαμε για να μπορέσουμε να πάρουμε και καμιά άδεια.

Ένα απόγευμα κι ενώ θα έβγαιναν οι εξοδούχοι, ανάμεσά τους και ο Στάθης, τον βλέπω να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μου.

-«Τι κάνεις; Έμαθα πως σ’ έφεραν πίσω. Πήρα δυο γράμματα από τη Βαλάντω» και γελούσε ολόκληρος. «Σ’ ευχαριστώ. Μας έμαθε κι ο Φώτης πολλά πράγματα. Της έστειλα και δυο φωτογραφίες. Κι όταν απολυθούμε σε περιμένω στο χωριό».

-«Κι ο Βασίλης; Είναι στην Προκάλυψη έμαθα»

-« Καλά είναι κι αυτός. Διαβάζει κι αυτός και δεν τον κοροϊδεύουν τώρα. Αύριο φεύγει με αγροτική άδεια. Μπορεί να τον δεις».

-«Άντε, καλά να περάσετε!»

Άδειασε το στρατόπεδο. Ησυχία.

Το βράδυ γύρισαν οι εξοδούχοι παρέες παρέες. Ο Στάθης κι η παρέα του είχαν πιει τις μπύρες τους στο Χρυσό Βαρέλι κι ακούγονταν από τον δρόμο να σιγοτραγουδούν. Μαζί τους κι άλλα παιδιά που τα ‘βλεπα πρώτη φορά. Είχαν έρθει με μεταθέσεις.

Δυο νεοφερμένοι σιχτίριζαν την ώρα και τη στιγμή που τους έστειλαν εκεί επάνω, με τους «χωριάτες», τους ντόπιους κι εμάς θα εννοούσαν μάλλον.

«Κωλότοπος. Καλά λέγανε ότι είναι σκέτη μαυρίλα εδώ. Κωλοχώρι. Να βγεις, να πας που; Στην ταβέρνα, στο καφενείο ή σ’ εκείνη την καφετέρια; Γκατζολία, να καταλάβεις. Ακόμη δεν έχουν φέρει το τελευταίο τεύχος από το NITRO στο περίπτερο. Τους είπα να μου το κρατήσουν. Ευτυχώς, που όταν ανέβαινα μετά την άδεια, πήρα στο αεροδρόμιο στην Αθήνα το ΚΛΙΚ κι έχω κάτι να σκοτώνω την ώρα.»

Άρχισα να μακαρίζω που βρέθηκα σε αυτόν τον τόπο.




Την ιδέα την είχε ο Βιβλιοθηκάριος.
Γράφουν επίσης ιστορίες από το στρατό ο Τσαλαπετεινός, ο Σελιτσάνος, το Ερυθρό Καγκουρώ, ο  SilentCrossing, ο  Oldboy και ο Δύτης των Νιπτήρων





Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΔΙΑΒΑΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ!

Συνολικές προβολές σελίδας

FeedBurner FeedCount

Μ.


MusicPlaylistView Profile
Create a playlist at MixPod.com